Η Πολωνία αρνείται να πάρει ή να πληρώσει περισσότερα εμβόλια κατά του κορωνοϊού

93

Η Πολωνία ανακοίνωσε ότι δεν θα πάρει, ούτε θα πληρώσει για περισσότερες δόσεις εμβολίου κατά του κορωνοϊού, με βάση τα συμβόλαια της ΕΕ. 

Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της ΕΕ, η Πολωνία λάμβανε εμβόλια κατά του κορωνοϊού με βάση τα συμβόλαια της Κομισιόν με τις παρασκευάστριες εταιρείες. Ο μεγαλύτερος προμηθευτής της Πολωνίας είναι η Pfizer. Όμως, η χώρα έχει μικρότερα ποσοστά εμβολιασμού σε σύγκριση με τις περισσότερες χώρες της ΕΕ και διαθέτει απόθεμα, μέρος του οποίου έχει πωληθεί ή δωριστεί σε άλλες χώρες. 

«Στα τέλη της προηγούμενης εβδομάδας χρησιμοποιήσαμε τη ρήτρα ανωτέρας βίας και ενημερώσαμε αμφότερες τις πλευρές, την Κομισιόν και τον βασικό παρασκευαστή εμβολίων, ότι αρνούμαστε να πάρουμε αυτά τα εμβόλια αυτή τη στιγμή και επίσης αρνούμαστε να πληρώσουμε», δήλωσε στο TVN24 ο Πολωνός υπουργός Υγείας, Άνταμ Νιεντζιέλσκι. 

«Οι συνέπειες αυτού θα είναι μια νομική διαμάχη, που ήδη λαμβάνει χώρα», συμπλήρωσε και σημείωσε ότι η Πολωνία δεν μπορεί να τερματίσει ευθέως το συμβόλαιο για τα εμβόλια, καθώς οι συμβαλλόμενοι είναι η Κομισιόν και οι παρασκευαστές. 

Η αξία των συμβολαίων για την παροχή εμβολίων στην Πολωνία έως τα τέλη του 2023, μόνο από μία εταιρεία, ξεπερνά τα 1,3 δις. ευρώ, με άλλα 430 εκατ. για το 2022. 

Η Pfizer σχολίασε μόνο ότι η συμφωνία για την παροχή εμβολίων στις χώρες της ΕΕ έχει γίνει με την Κομισιόν και πως οι συζητήσεις με τις κυβερνήσεις είναι εμπιστευτικές, όπως και οι λεπτομέρειες για τις παραδόσεις εμβολίων. 

Ο εκπρόσωπος της Κομισιόν, Στέφαν ντε Κεερσμάεκερ δήλωσε ότι οι χώρες- μέλη δεσμεύονται από συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά συμπλήρωσε ότι καταλαβαίνει τη «δύσκολη θέση» της Πολωνίας. 

«Συνεχίζουμε να διευκολύνουμε τις συζητήσεις ανάμεσα στην πολωνική κυβέρνηση και την εταιρεία, προκειμένου να βρεθεί μια ρεαλιστική λύση σε αυτή την ειδική κατάσταση με την οποία είναι αντιμέτωπη η χώρα», συμπλήρωσε. 

Στην Πολωνία, το 59% του πληθυσμού έχει εμβολιαστεί με δύο δόσεις και το 31% έχει κάνει την ενισχυτική. Αμφότερα τα ποσοστά είναι πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο στην ΕΕ, που είναι 72,5% και 53% αντίστοιχα.