Το γερμανικό πλάνο για την ενέργεια, γιατί «είναι άσχημο να εξαρτώμαστε από τον Πούτιν» όπως λέει ο Σολτς

117

«Δεν είναι απαίσιο το συναίσθημα να εξαρτάται κανείς από τον Βλαντίμιρ Πούτιν;», ρώτησε πριν από μερικές ημέρες γερμανός δημοσιογράφος τον Όλαφ Σολτς. «Ναι», απάντησε εκείνος μονολεκτικά.

Τον τελευταίο τουλάχιστον ενάμιση μήνα η γερμανική κυβέρνηση αναλύει όλα τα πιθανά – και μερικά απίθανα – σενάρια προκειμένου να περιορίσει την εξάρτηση της χώρας από τη ρωσική ενέργεια. Για να συμβεί όμως αυτό, πρέπει, ούτε λίγο ούτε πολύ, μέσα στους επόμενους λίγους μήνες να αναθεωρηθεί η πολιτική ολόκληρων δεκαετιών.

Χθες το Γερμανικό Ινστιτούτο Οικονομικών Ερευνών (DIW) παρουσίασε μελέτη σύμφωνα με την οποία η Γερμανία θα μπορούσε να επιβιώσει τον επόμενο χειμώνα χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο, υιοθετώντας προσέγγιση με τρεις άξονες: τη διασφάλιση εναλλακτικών πωλητών, την αύξηση της αποθήκευσης και της αποδοτικότητας των αγωγών και τη μείωση της οικιακής και της βιομηχανικής κατανάλωσης.

«Αν μεγιστοποιηθεί η εξοικονόμηση ενέργειας και ταυτόχρονα οι παραδόσεις φυσικού αερίου αυξηθούν στα όρια που επιτρέπει η τεχνολογία, τότε οι γερμανικές ανάγκες σε αέριο για αυτή τη χρονιά και για τον χειμώνα 2022/2023 θα μπορούσαν να είναι διασφαλισμένες χωρίς εισαγωγές από τη Ρωσία», αναφέρεται στη μελέτη του DIW. Επισημαίνεται ακόμη ότι η Γερμανία θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση για ρωσικό αέριο κατά 18-26%, ακόμη και μόνο κάνοντας οικονομία στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος.

Το Ινστιτούτο εισηγείται μεταξύ άλλων τα νοικοκυριά να χαμηλώσουν τον θερμοστάτη και να χρησιμοποιούν λιγότερο ζεστό νερό και η βιομηχανία να στραφεί σε εναλλακτικά καύσιμα, όπως ο άνθρακας ή η βιομάζα. Η εξοικονόμηση θα μπορούσε να υποστηριχθεί από εκτεταμένες εισαγωγές από «φιλικές χώρες» οι οποίες εξάγουν υγροποιημένο φυσικό αέριο (ΥΦΑ), όπως η Νορβηγία και η Ολλανδία. Εκτιμάται πως μόνο με την αύξηση των εισαγωγών από τη Νορβηγία θα μπορούσε να καλυφθεί το 1/5 των σημερινών ετήσιων εισαγωγών από τη Ρωσία.

Επιπλέον, το DIW συνιστά τη χρήση υπαρχόντων τερματικών σταθμών ΥΦΑ στην Ολλανδία, στο Βέλγιο και στη Γαλλία, προκειμένου να αυξηθεί ο όγκος που περνάει από τους αγωγούς. Έτσι, εκτιμά το γερμανικό Ινστιτούτο, θα μπορούσε να αντικατασταθεί το ένα τέταρτο της συνολικής ετήσιας εισαγωγής ενέργειας από τη Ρωσία. Ταυτόχρονα, το DIW συνιστά να αυξηθεί η αύξηση του αποθέματος στο 80-90% της συνολικής δυναμικότητας, αξιοποιώντας το ευρωπαϊκό σύστημα αγωγών και τις εισαγωγές από την Αλγερία και τη Λιβύη μέσω ευρωπαϊκών χωρών.

Προχθές η γερμανική κυβέρνηση ανακοίνωσε δέσμη μεταρρυθμίσεων, οι οποίες έχουν ως στόχο αφενός την επίτευξη των κλιματικών της στόχων και αφετέρου τον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης από «εχθρικά» κράτη, όπως η Ρωσία. Το «Πασχαλινό Πακέτο», όπως το ονόμασε ο υπουργός Οικονομίας και Προστασίας του Κλίματος Ρόμπερτ Χάμπεκ, θέτει φιλόδοξους στόχους για την επέκταση της παραγωγής υπεράκτιας ενέργειας και ανακηρύσσει την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ως «υπερισχύον δημόσιο συμφέρον», προκειμένου να υπερβληθούν ευκολότερα τα γραφειοκρατικά εμπόδια.

Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης έχει θέσει ως στόχο την παραγωγή του συνόλου της ηλεκτρικής ενέργειάς της από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2035: φιλοδοξεί με άλλα λόγια να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή της μέσα σε 13 χρόνια, όταν π.χ. εντός του 2021 δεν εγκαταστάθηκε ούτε ένα αιολικό πάρκο. Τώρα η κυβέρνηση θέλει να αυξήσει την παραγωγή από λιγότερες από 8 GW που είναι σήμερα, σε 30 GW έως το 2030 και στις 40 γιγαβατώρες έως το 2035. Μέχρι το 2045 άλλωστε η Γερμανία φιλοδοξεί να πετύχει το «απόλυτο μηδέν» στην εκπομπή των αερίων που προκαλούν το φαινόμενο θερμοκηπίου και την παραγωγή 70 GW σε υπεράκτιες εγκαταστάσεις.

Ο Ρόμπερτ Χάμπεκ αναγνώρισε το μέγεθος του εγχειρήματος. Ομολόγησε ότι η Γερμανία πιθανότατα θα χάσει τους βραχυπρόθεσμους στόχους της για περιορισμό των καυσαερίων, λόγω αποτυχιών του παρελθόντος.

Μέχρι σήμερα, το Βερολίνο έχει καταφέρει να περιορίσει την εξάρτησή του από το ρωσικό φυσικό αέριο από το 55% στο 40%, ενώ ο υπουργός Οικονομίας προανήγγειλε απαλλαγή από τον ρωσικό άνθρακα έως το τέλος του καλοκαιριού και από το ρωσικό πετρέλαιο έως το τέλος του έτους. Το αέριο, το οποίο αποτελεί το σοβαρότερο πρόβλημα, καθώς χρησιμοποιείται για τη θέρμανση των σπιτιών και για τη βιομηχανία, είναι όμως δύσκολος γρίφος. «Μπορούμε να απεξαρτηθούμε από το ρωσικό αέριο έως το 2024», διαβεβαίωσε ο υπουργός και πρόσθεσε ότι η διαδικασία εξελίσσεται με ταχύτατους ρυθμούς.

Μεταξύ των παράλληλων δράσεων που σχεδιάζονται είναι η κατασκευή δύο τερματικών σταθμών ΥΦΑ στο Μπρουνσμπούτελ, στις εκβολές του Έλβα στο Σλέσβιγκ-Χολστάιν, και στο Βιλχελμσχάφεν, στον κόλπο Γιαντεμπούζεν της Βόρειας Θάλασσας, στην Κάτω Σαξονία. Επιπλέον, η δυνατότητα αποθήκευσης θα αυξηθεί κατά 2 δισεκατομμύρια κυβικά εκατοστά μέσω μακροπρόθεσμων επιλογών για αγορά αερίου από άλλες χώρες, σε συντονισμό με την ΕΕ. Αυτή τη στιγμή, οι δεξαμενές έχουν πληρότητα περίπου 30%.

«Δεν υπάρχουν ταμπού σε αυτή την προσπάθεια», έλεγε πρόσφατα ο Ρόμπερτ Χάμπεκ, αναφερόμενος στα τρία εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας και στο ενδεχόμενο παράτασης της λειτουργίας τους.

Μέχρι τώρα, ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς απέκλειε κατηγορηματικά το ενδεχόμενο αλλαγής του σχετικού προγραμματισμού, ο οποίος προβλέπει ότι όποια άδεια λειτουργίας εκπνέει, δεν θα ανανεώνεται. «Δεν θα έφερνα αντίρρηση μόνο και μόνο για ιδεολογικούς λόγους», δήλωσε από την πλευρά του ο «πράσινος» υπουργός Οικονομίας.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε πάντως να καθυστερήσει τα σχέδια της κυβέρνησης, καθώς η Γερμανία θα αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει περισσότερο λιγνίτη για να καλύψει τα κενά από τις εισαγωγές.

Ταυτόχρονα όμως ο πόλεμος του Βλαντίμιρ Πούτιν λειτουργεί ως ισχυρός καταλύτης για την όσο το δυνατόν ταχύτερη προώθηση της ενεργειακής μετάβασης. Με την επίθεσή του εναντίον της Ουκρανίας και όσα ακολούθησαν, ο ρώσος πρόεδρος αποκάλυψε ένα πρόσωπο που είναι αδύνατο να εμπιστευθεί ξανά η Ευρώπη. Η εποχή της… αθωότητας «τελείωσε βίαια και όλοι μοιάζουν να έχουν αντιληφθεί ότι κάθε κιλοβατώρα ενέργειας μας απελευθερώνει από τη μέγγενη του Πούτιν», όπως το έθεσε η υπουργός Περιβάλλοντος της Αυστρίας, η Λεονόρε Γκεβέσλερ, της οποίας η χώρα είναι ακόμη περισσότερο εξαρτημένη από το ρωσικό αέριο.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση για λογαριασμό της Γερμανικής Ραδιοφωνίας, τα ταμπού σπάνεκαι για την γερμανική κοινωνία: Το 58% των ερωτηθέντων θα συμφωνούσε σε αυξημένες εισαγωγές πετρελαίου και αερίου από το Κατάρ ή τη Σαουδική Αραβία, ενώ το 53% δεν θα είχε αντίρρηση να δοθεί παράταση στη λειτουργία των πυρηνικών εργοστασίων της Γερμανίας.

Επιπλέον, ένας στους δύο Γερμανούς στηρίζει ένα ενδεχόμενο ενεργειακό εμπάργκο σε βάρος της Ρωσίας, κάτι που ωστόσο εξακολουθεί να απορρίπτει κατηγορηματικά η κυβέρνηση, μπροστά στην απειλή βαθιάς ύφεσης της γερμανικής οικονομίας και πιθανής κοινωνικής αναταραχής.