Το «made in Germany» θύμα της γεωπολιτικής

97

«Ζούμε μια αλλαγή εποχής. Αυτό σημαίνει ότι ο κόσμος μετά δεν είναι πια ο ίδιος με τον κόσμο πριν. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η ισχύς μπορεί να εκτοπίσει το δίκαιο». Η ιστορική ομιλία του καγκελάριου Σολτς στην Μπούντεσταγκ στις 27 Φεβρουαρίου συνιστά επανάσταση στην προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής από τη Γερμανία.

Ο σοσιαλδημοκράτης καγκελάριος ανέτρεψε τις αρχές που καθοδηγούσαν τη χώρα του μετά τον Β‘ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς είναι πια σαφές ότι το δίκαιο και η οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των χωρών δεν εγγυώνται την ειρήνη και τη σταθερότητα.

Πρόκειται επίσης για ρήξη με τον κινητήρα τής τέταρτης οικονομίας στον κόσμο. Για πολλά χρόνια, το δόγμα „Wandel durch Handel“ (αλλαγή μέσω του εμπορίου) ήταν αδιαμφισβήτητο. Η χώρα ήταν πεισμένη ότι η ανάπτυξη στενών εμπορικών σχέσεων με μη δημοκρατικές χώρες θα οδηγούσε τις τελευταίες στον δρόμο του φιλελευθερισμού και της δημοκρατίας. Η επίθεση της Ρωσίας, κύριου προμηθευτή της Γερμανίας σε φυσικό αέριο, έκανε κομμάτια αυτή τη γεωπολιτική αφέλεια.

«Η Γερμανία εξετάζει τώρα την εξάρτησή της από το ρωσικό αέριο», επισημαίνει ο Νόα Μπάρκιν, ειδικός του ιδρύματος μελετών Rhodium Group για τις σχέσεις Ευρώπης-Κίνας. «Το επόμενο στάδιο είναι η εξέταση της οικονομικής της εξάρτησης από την Κίνα». Η έκθεση της γερμανικής οικονομίας στον ασιατικό γίγαντα είναι μεγαλύτερη και βαθύτερη από εκείνη απέναντι στη Ρωσία. Οι οικονομικές συναλλαγές της Γερμανίας με τη Ρωσία το 2021 έφτασαν τα 60 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ οι συναλλαγές με την Κίνα ήταν 245 δισεκατομμύρια ευρώ. Στους τρεις σημαντικότερους τομείς του made in Germany -αυτοκίνητα, μηχανές και χημεία-, η Κίνα έχει γίνει η μεγαλύτερη αγορά των γερμανικών επιχειρήσεων.

Η πανδημία της Covid-19 είχε ήδη αναδείξει το πρόβλημα της εξάρτησης από Κινέζους προμηθευτές. «Οι Γερμανοί βιομήχανοι χορήγησαν στις κινεζικές επιχειρήσεις το αναγκαίο know-how για να μπορέσουν να τους αντικαταστήσουν στο μέλλον», λέει ο Ρολφ Λανγκχάμερ από το Ινστιτούτο διεθνούς οικονομίας του Κιέλου. «Βοήθησαν έτσι την Κίνα να αποκτήσει μια ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση».

Ο Σύνδεσμος Γερμανών Βιομηχάνων είχε προειδοποιήσει από το 2019 ότι «η Κίνα δεν οδεύει πλέον δομικά προς την οικονομία της αγοράς και τον φιλελευθερισμό, αλλά εφαρμόζει το δικό της πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο». Και είχε προσδιορίσει για πρώτη φορά τον κίνδυνο «συστημικού ανταγωνισμού» για την Ευρώπη από το υβριδικό μίγμα της κινεζικής οικονομίας ανάμεσα στην οικονομία της αγοράς και τη συγκεντρωτική οικονομία. 

Οι γερμανικές επιχειρήσεις άρχισαν έτσι να αναδιοργανώνουν την παραγωγή τους. Η απεξάρτηση όμως από την Κίνα είναι δύσκολη. «Πρέπει να καταλάβουμε ότι το 2030 η Κίνα θα αντιπροσωπεύει το 50% της παγκόσμιας αγοράς χημείας», επισημαίνει ο Μάρτιν Μπριντερμίλερ, πρόεδρος της BASF. Ο όμιλος κατασκευάζει στην επαρχία Γκουανγκντόνγκ ένα χημικό συγκρότημα που συνιστά μια επένδυση 9 δισεκατομμυρίων ευρώ, τη μεγαλύτερη στην ιστορία του. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Μπριντερμίλερ αναγνωρίζει ότι η στρατηγική „μηδέν covid“ που εφάρμοσε η Κίνα είχε σημαντικές επιπτώσεις για τις δυτικές επιχειρήσεις. «Η σημερινή Κίνα είναι διαφορετική από αυτή που γνώρισα πριν από δύο χρόνια», σημειώνει. «Αλλά δεν πιστεύω σε μια ισχυρή αποσύνδεση ανάμεσά μας. Όσο πιο δικτυωμένη είναι η παγκόσμια οικονομία, τόσο μεγαλύτερη η ασφάλειά μας».

Αλλά και ο Χέρμπερτ Ντιές, πρόεδρος της Volkswagen που πουλάει στην Κίνα τα τέσσερα από τα δέκα αυτοκίνητά της, πιστεύει ότι ο όμιλος πρέπει να παραμείνει στην Κίνα, αν και αναγνωρίζει ότι πρέπει να αυξήσει το μερίδιο της αγοράς του στις ΗΠΑ.

«Μετά την εισβολή στην Ουκρανία, πολλές δυτικές βιομηχανίες σταμάτησαν τις δραστηριότητές τους στη Ρωσία από τη μια μέρα στην άλλη», λέει μια πηγή που πρόσκειται στους γερμανικούς βιομηχανικούς κύκλους στο Πεκίνο. «Ο παραλληλισμός που γίνεται τώρα είναι με την Ταϊβάν. Η κινεζική κυβέρνηση έχει δηλώσει ότι μια στρατιωτική λύση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η απώτατη ημερομηνία είναι το 2049. Ο στρατηγικός κίνδυνος αυξάνεται έτσι για όλες τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην Κίνα».

Cecile Boutelet