Πενήντα χρόνια από το έπος του «Νονού» και τη μεγάλη ιστορία πίσω από το αριστούργημα του Κόπολα

148

Για πάρα πολλούς, επαγγελματίες του κινηματογράφου, ειδικούς και μη, «Ο Νονός» αποτελεί τη σημαντικότερη ταινία όλων των εποχών, μαζί με το δεύτερο μέρος, που γύρισε ο δαιμόνιος Φράνσις Φορντ Κόπολα, μέσα σε τρία χρόνια, πριν συμπληρώσει τα 35 του χρόνια, στην πιο δημιουργική εποχή της ζωής του.

Υπάρχουν αρκετοί που το αμφισβητούν, βάζοντας συνήθως στην κορυφή το «Vertigo» του Χίτσκοκ ή τον «Πολίτη Κέιν» του Γουέλς. Το σίγουρο είναι ότι το διπλό επικό γκανγκστερικό δράμα του Κόπολα είναι μαζί με άλλες πέντε δέκα ταινίες που πρέπει οπωσδήποτε να έχει δει ένας φίλος του κινηματογράφου, είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο για το σινεμά, μια δημιουργία ανεπανάληπτη, που πάντα θα καθηλώνει, θα μαγεύει, θα είναι ένα μάθημα για το πώς ένα ογκώδες απαιτητικό βιβλίο μεταφέρεται αψεγάδιαστα στη μεγάλη οθόνη.

Φέτος συμπληρώνονται 50 χρόνια από την πρεμιέρα του «Νονού» (15 Μαρτίου 1972), μια σημαδιακή επέτειος για το σινεμά, ενώ ήδη η Paramount (η εταιρεία που παρήγαγε τον «Νονό») έχει ανακοινώσει την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της μίνι σειράς, «The Offer» που επικεντρώνεται γύρω από τις περιπέτειες και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ο βραβευμένος με Όσκαρ παραγωγός της ταινίας Άλμπερτ Ρούντι. Μια σειρά που δικαιώνει την αρχή ότι πίσω από μία μεγάλη ταινία υπάρχει μια μεγάλη ιστορία και φυσικά μεγάλα προβλήματα. Επίσης, ο σκηνοθέτης, βραβευμένος με Όσκαρ, για τον «Άνθρωπο της Βροχής», Μπάρι Λέβινσον, ετοιμάζει το παρόμοιας θεματικής «Francis and the Godfather» με πρωταγωνιστές του Τζέικ Τζίλενχααλ και Όσκαρ Άιζακ. Πιθανότατα θα υπάρξουν και άλλα αφιερώματα, αλλά ας επιστρέψουμε στη μεγάλη ιστορία που υπάρχει πίσω από τον «Νονό».

Ο Φράνσις και «το καλύτερο καστ που υπήρξε ποτέ»   

Ο Φράνσις Κόπολα, έχοντας κερδίσει ένα Όσκαρ σεναρίου, για το «Πάτον», δεν θεωρείτο το φαβορί να αναλάβει τη σκηνοθεσία ενός τόσο μεγάλου κινηματογραφικού στοιχήματος για την Paramount, που εκείνη την εποχή αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και πόνταρε την ύπαρξή της στο μπεστ σέλερ του Μάριο Πούτσο. Μεγάλα ονόματα, από τον Άρθουρ Πεν και τον Σέρτζιο Λεόνε μέχρι το δικό μας Κώστα Γαβρά, είχαν το προβάδισμα στην Paramount, αλλά τελικά ο Κόπολα τους έπεισε και εκ του αποτελέσματος δικαιώθηκε και το αφεντικό των στούντιο Ρόμπερτ Έβανς και φυσικά ο Ιταλοαμερικάνος σκηνοθέτης. Αν όμως, για τη σκηνοθεσία υπήρξαν αρκετοί υποψήφιοι, για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους έγινε πραγματικά σφαγή. Μέχρι να ολοκληρωθεί „το καλύτερο καστ που υπήρξε ποτέ σε ταινία“, σύμφωνα με τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ, πέρασε από χίλια μύρια κύματα. Στον ρόλο του Μπράντο, για τον οποίο η Paramount αμφέβαλε, σχεδόν… αναγούλιαζε, αρχικά ήθελε τον Φρανκ Σινάτρα, ενώ ο κατάλογος με τους υποψήφιους ήταν ατελείωτος -μέχρι ο Έλβις Πρίσλεϊ το προσπάθησε! Ακόμη περισσότεροι ήθελαν να πάρουν το ρόλο του Αλ Πατσίνο, με επικρατέστερο τον Τζακ Νίκολσον, ο οποίος όμως αρνήθηκε καθώς πίστευε ότι «οι Ινδοί πρέπει να παίζουν Ινδούς και οι Ιταλοί Ιταλούς». Μάχη έγινε και για τους υπόλοιπους βασικούς χαρακτήρες, μέχρι να οριστικοποιηθούν: Τζέιμς Κάαν, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Τζον Καζάλε, Ντάιαν Κίτον, Τάλια Σάιρ και Ρίτσαρντ Καστελάνο.

Η τελειότητα αγγίζει το θαύμα

Από κει και πέρα, ο Κόπολα, αφού μάζεψε γύρω του τους καλύτερους καλλιτέχνες, τεχνικούς και όσους μπορούσαν να προσφέρουν τα μέγιστα, είχε να τιθασεύσει το εκτενέστατο λαμπρό κείμενο του Μάριο Πούτσο. Η ταινία, ένας συνδυασμός γκανγκστερικής αιματοβαμμένης ιστορίας κι ενός κλασικού δράματος εποχής, είναι απολύτως ισορροπημένη, μεταξύ των δυο κινηματογραφικών ειδών, σαν μια μαγική ορχήστρα που μπορεί να συνδυάσει μια ταραντέλα με το ρέκβιεμ του Μότσαρτ, κάτι που φαίνεται απίστευτα υπέροχο, αλλά και κάτι παραπάνω: φυσιολογικό.

Η κατασκευαστική τελειότητα του «Νονού» μοιάζει με θαύμα. Ο Κόπολα επιβάλει τους δικούς τους κώδικες στους θεατές, σκοτώνοντας την ηθικολογία και αναδεικνύοντας τις αξίες των ηρώων, τους οποίους καταφέρνει να κάνει προσιτούς, σχεδόν λατρεμένους. Ίσως γιατί οι Κορλεόνε του Πούτσο- Κόπολα (μαζί έγραψαν το σενάριο) ακολουθούν έναν κώδικα τιμής που πάντα θα γοητεύει τους ανθρώπους. Σέβονται την οικογένεια, τη ζωή των αθώων, έχουν να αντιπαλέψουν ένα σύστημα εξουσίας, πολύ πιο διεφθαρμένο από τη χειρότερη συμμορία -κάτι που γίνεται πιο εμφανές στο δεύτερο μέρος- αλλά και την άποψη του πατριάρχη Βίτο Κορλεόνε ότι «μια ζωή προσπάθησα να μην είμαι το τσιράκι κανενός». Ωστόσο, η βία και οι σκοτωμοί έχουν θεμελιώδη θέση στην ταινία, όπως είναι λογικό. Ακόμη όμως και τα φονικά λαμβάνουν άλλη διάσταση, καθώς η τελετουργική δομή των σκηνών βίας καταφέρνουν να λειτουργούν πολλές φορές ως απαραίτητο στοιχείο, σαν διέξοδο στη συγκινησιακή φόρτιση του θεατή ή ακόμη και ως απόλαυση της αίσθησης περί δικαίου.

Οι θρύλοι και οι σκηνές ανθολογίου

Πέρα απ‘ τις θρυλικές ιστορίες που έχουν γίνει, πλέον, γνωστές γύρω από τα γυρίσματα της ταινίας, όπως το δοκιμαστικό του Μπράντο, τους τσακωμούς του Κόπολα με το στούντιο -ακόμη και με απόλυση τον απείλησαν μέχρι να δουν τη σκηνή που ο Μάικλ Κορλεόνε «καθάριζε» στην τρατορία τους Σολόζο και ΜακΚλάσκι- τις χοντρές και ανάρμοστες πλάκες της πρωταγωνιστικής τετράδας (Μπράντο, Κάαν, Ντιβάλ, Πατσίνο), υπάρχουν και οι πάμπολλες σκηνές, που θα μείνουν για πάντα στην ιστορία, θα μπουν στο κινηματογραφικό ανθολόγιο. Από την εναρκτήρια σκηνή στο γραφείο του Κορλεόνε, τον τρομαχτικό Λούκα Μπράζι να προβάρει σαν μαθητής τού δημοτικού αυτά που θα πει στον Κορλεόνε, το κεφάλι αλόγου στα σεντόνια του μεγαλοπαραγωγού του Χόλιγουντ, η κραυγή του οποίου ακούγεται σε όλη την Αμερική, η μάζωξη γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, με τα σπαγγέτι να ξεχειλίζουν τα πιάτα, μέχρι την, εκπληκτικής έμπνευσης, σεκάνς με τον Κλεμέντσα να βγαίνει για την ανάγκη του από το αυτοκίνητο, προκειμένου να σκοτώσουν τον προδότη τής φαμίλιας, σε έναν έρημο δρόμο, δίπλα σε ατελείωτους αγρούς, με ένα ανυπέρβλητο σινεμασκόπ διακρίνοντας στο βάθος το άγαλμα της Ελευθερίας. Τρία πλάνα λίγων δευτερολέπτων και όλη η ιστορία της Αμερικής. Και φυσικά το τελευταίο πλάνο στο αξεπέραστο φινάλε, που ο Μάικλ αφήνει τη σύζυγό του για να αποσυρθεί στο γραφείο, τα μέλη της φαμίλιας να του φιλούν το χέρι και η βαριά πόρτα να κλείνει, ανοίγοντας το επόμενο κεφάλαιο, με τον Μάικλ Κορλεόνε, το παιδί που ήθελε να ξεφύγει από τη φαμίλια, να είναι ο αδιαμφισβήτητος «Νονός».

Ο Βίτο, ο Μάικλ και τ‘ άλλα παιδιά   

Εκτός όμως από τον Κόπολα και τον Πούτσο, η ταινία διαθέτει και ένα μοναδικό επιτελείο από αξιομνημόνευτους συντελεστές, τους οποίους καθοδήγησε μοναδικά ο Ιταλοαμερικάνος δημιουργός. Ας ξεκινήσουμε από τους ηθοποιούς. Τον Αλ Πατσίνο, που κάνει τον πιο ολοκληρωμένο ρόλο της ζωής του και παρότι ακόμη άγουρος μπορεί να εκπλήξει με την εσωτερική ωριμότητά του, η οποία διευρύνεται ακόμη και μέσα στην εξέλιξη της ταινίας και δίνει πνοή στο χαρακτήρα του Μάικλ. Τον Μάρλον Μπράντο, που σπάει κάθε στερεότυπο και χτίζει με την εκφραστικότητά του, μακριά από τις μεθόδους και τις υπερβολές, έναν κινηματογραφικό μύθο, ως Βίτο Κορλεόνε. Τον Τζέιμς Κάαν, που στο ρόλο του μεγαλύτερου θερμοκέφαλου γιου του, καταφέρνει να μείνει στη γη και να μη χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα, τον Ρόμπερτ Ντιβάλ, που με μια σπάνια εσωτερικότητα καλύπτει τη φυσική του θλίψη, ενώ ταυτόχρονα φορά το κοστούμι του «κονσιλιέρε», αθωώνοντας στη συνείδηση του θεατή το έγκλημα. Ακόμη παίζουν και κερδίζουν την αναγνώριση, αλλά και τη δίκαιη είσοδό τους στο πάνθεο των κινηματογραφικών χαρακτήρων οι Τζον Καζάλε (Φρέντο Κορλεόνε), Τάλια Σάιρ (κόρη Κορλεόνε, αδελφή του Κόπολα), Ντάιαν Κίτον (σύζυγος του Μάικλ), Ρίτσαρντ Καστελάνο (Κλεμέντζα) και άλλοι πολλοί που όλοι δικαίως έχουν θέση στην ταινία.

Ο Γουίλις, ο Ρότα και η… Φορτουνέλα   

Υπάρχουν όμως και αυτοί που είναι πίσω από τα φώτα και τις κάμερες. Η ανεπανάληπτη και δημιουργικά αξεπέραστη φωτογραφία είναι του Γκόρντον Γουίλις („Μανχάταν“) και η μουσική μελωδία, που δίνει τον τόνο στη δραματουργία του έργου, του κορυφαίου Νίνο Ρότα, ο οποίος δεν προτάθηκε για το Όσκαρ, επειδή -να μια αποκάλυψη- η ίδια μουσική είχε χρησιμοποιηθεί στην κωμωδία του Εντουάρντο Ντε Φίλιππο «Fortunella» του 1958, σε σενάριο Φελίνι και με πρωταγωνιστές την Τζουλιέτα Μασίνα και Αλμπέρτο Σόρντι! Επίσης, το σπουδαίο μοντάζ είναι των Γουίλιαμ Ρέινολντς και Πίτερ Ζίνερ.

Ο Κόπολα, ολοκλήρωσε το όραμά του, παρότι τα γυρίσματα δεν ήταν εύκολη υπόθεση, καθώς εκτός από τη γιγαντιαία αποστολή που είχε, έπρεπε να κρατήσει τον έλεγχο και τον τελικό λόγο στο μοντάζ, ενώ είχε να αντιμετωπίσει τις ιταλοαμερικανικές ενώσεις, που διαμαρτύρονταν για την εικόνα που τους έδινε. Παρόλα αυτά, ο Κόπολα τα κατάφερε, έφερε βόλτα τη χαώδη κατάσταση και γνώρισε την παγκόσμια αναγνώριση και για χρόνια κατέκτησε το δικαίωμα επιλογής.

Έτσι, το μόνο που απομένει είναι να απαντηθεί το ερώτημα αν τελικά ο Νονός είναι η καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Γιατί υπάρχουν και αυτοί που υποστηρίζουν ότι η καλύτερη ταινία είναι ο «Νονός 2»….

Χάρης Αναγνωστάκης