Οι πόλεμοι των Αμερικανών προέδρων

304

Ελάχιστοι Αμερικανοί πρόεδροι τα τελευταία 100 χρόνια, κατάφεραν να μην εμπλέξουν τη χώρα τους σε κάποια πολεμική διαμάχη.

Από τον πόλεμο της Κορέας, στο Βιετνάμ και από τον πόλεμο του Κόλπου στο βομβαρδισμό της Γιουγκοσλαβίας και αργότερα στην εισβολή σε Αφγανιστάν και Ιράκ.

Η ιστορία των προέδρων των ΗΠΑ τον 20ο αιώνα είναι ταυτισμένη με τον πόλεμο. Με οποιαδήποτε αφορμή και οποιεσδήποτε συνθήκες, ηγέτες των ΗΠΑ είχαν πάντα τον τρόπο να προστατεύουν με σιδερένια πυγμή τα συμφέροντα της χώρας τους και κυρίως των εταιρειών της.

Τα „ανδραγαθήματα“ των Αμερικανών προέδρων τα τελευταία 100 χρόνια

Ο Ομπάμα αποτελεί εξαίρεση, αλλά αν ξαναβγεί δύσκολα θα αποφύγει να ανοίξει κάποιο νέο μέτωπο. Οκτώ χρόνια χωρίς νέο πόλεμο, είναι πολλά για τις ΗΠΑ και τις εταιρείες που κερδίζουν δισεκατομμύρια από κάθε σύρραξη και τις συνέπειές της.

Χάρι Τρούμαν:  Ατομικές βόμβες και πόλεμος της Κορέας

Ήταν ο 33ος πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Αντικατέστησε στον προεδρικό θώκο τον Φραγκλίνο Ρούζβελτ, ύστερα από τον αιφνίδιο θάνατο του.

Είναι ο Πρόεδρος που θα τερματίσει τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο αποφασίζοντας τη ρίψη ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, θα διεξάγει τις διαπραγματεύσεις για την¨μεταπολεμική Ευρώπη και θα ξεκινήσει την εμπλοκή των ΗΠΑ στην σύρραξη της Κορέας.

Η ατομική βόμβα ήταν έτοιμη στα χαρτιά κι απέμενε να δοκιμαστεί και στην πράξη.

Ατομική βόμβα στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι

Αν και η Γερμανία είχε ηττηθεί, οι ΗΠΑ και η Βρετανία βρίσκονταν ακόμη σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιαπωνία. Στη Γιάλτα είχαν προσπαθήσει να πείσουν τον Στάλιν να συμμετάσχει στη σύρραξη με την Ιαπωνία.

Στις 16 Ιουλίου, ο Χάρι Τρούμαν έφτανε στο Πότσδαμ για τη διάσκεψη, που επρόκειτο να αρχίσει την επομένη. Δέκα μέρες αργότερα,στις 26 Ιουλίου στάλθηκε τελεσίγραφο στην Ιαπωνική Κυβέρνηση από ΗΠΑ, Βρετανία και Κίνα, με το οποίο της ζητήθηκε η άνευ όρων παράδοση, υπό την απειλή αύξησης της έντασης των ήδη έντονων βομβαρδισμών στη χώρα.

Στη διάσκεψη περιγράφηκε η τραγική κατάσταση της Ιαπωνίας και οι όροι για τη σύναψη ειρήνης, καθώς και οι προθέσεις των Συμμάχων για το μεταπολεμικό καθεστώς της χώρας. Τα συμπεράσματα της διάσκεψης κατέληγαν σε νέο τελεσίγραφο: „Η Ιαπωνία πρέπει να συμφωνήσει άμεσα σε άνευ όρων παράδοση ή να αντιμετωπίσει την πλήρη καταστροφή της.

Σε περίπτωση απόρριψής, ο Τρούμαν ήταν αποφασισμένος να χρησιμοποιήσει εναντίον της Ιαπωνίας την ατομική βόμβα.

Οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τελικά την ατομική βόμβα, ύστερα από την απόρριψη του τελεσιγράφου που απεστάλη στην Ιαπωνία κατά τη διάρκεια της διάσκεψης. Η ρίψη ατομικών βομβών στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι οδήγησαν στην άνευ όρων παράδοση της Ιαπωνίας τον Σεπτέμβριο του 1945.

Ο βομβαρδισμός της Χιροσίμα έγινε στις 6 Αυγούστου 1945  ενώ αυτή του Ναγκασάκι στις 9 Αυγούστου 1945.

Πόλεμος της Κορέας

Στις 25 Ιουνίου 1950, ο στρατός της Βόρειας Κορέας πέρασε δυναμικά τον 38ο παράλληλο ανακοινώνοντας σαν στόχο την συνένωση των δυο τμημάτων της Κορέας σε ενιαίο κράτος και την εκτέλεση του Σήνγκμαν-Ρή και των οπαδών του.

Αρχικά ο Τρούμαν, παρόλο που είχε ενδεικτικές πληροφορίες για συγκεντρώσεις στρατευμάτων του Βορρά στον 38ο παράλληλο, δε θέλησε να εμπλακεί σε ένα ανοιχτό πόλεμο και προσπάθησε να υποβιβάσει το μέγεθος της εισβολής.

Ο Τρούμαν αποφάσισε  να ελιχθεί αρχικά διπλωματικά μέσω του ΟΗΕ, πετυχαίνοντας μια ομόφωνη καταδίκη της Βόρειας Κορέας.

Επέβαλε χάρις στην απόφαση του ΟΗΕ την εμπλοκή των ΗΠΑ και άλλων συμμάχων υπό την σημαία του ΟΗΕ στις 27 Ιουνίου 1950 σε μια εμπλοκή που προτιμούσε να αποκαλεί „αστυνομική επιχείρηση“.

Το σκηνικό εκείνο ανατρέπεται άρδην την 1η Νοεμβρίου 1950, όταν η Κίνα επιτίθεται με δυνάμεις κάπου 500.000 ανδρών στα εδάφη της Βόρειας Κορέας, με σκοπό, όπως λέει, να προστατεύσει την δική της περιοχή, που τώρα βρίσκεται πολύ κοντά στα προωθημένα αμερικανικά στρατεύματα.

Οι Κινέζοι κατόρθωσαν τελικά να καταλάβουν ακόμα και την πρωτεύουσα της Νότιας Κορέας, Σεούλ, αλλά σταμάτησαν εκεί γιατί οι γραμμές εφοδιασμού τους είχαν επιμηκυνθεί δυσανάλογα με την δυναμικότητά τους, ενώ τα μεταφορικά τους μέσα εξακολουθούσαν να είναι άνθρωποι, ζώα και ποδήλατα που εκινούντο μόνο την νύχτα. Σε αυτό το διάστημα, οι Αμερικανοί πρόλαβαν να αναπτύξουν μια αντεπίθεση χρησιμοποιώντας ενισχύσεις, πράγμα που τους επέτρεψε τη 15η Μαρτίου 1951 να ανακαταλάβουν τη Σεούλ και να προωθηθούν μερικά χιλιόμετρα πάνω απ τον 38ο παράλληλο.

Στις 29 Νοεμβρίου 1952, ο νέος Αμερικανός πρόεδρος Ντουάιτ Αϊζενχάουερ, παρόλο που είχε εκτοπίσει τον Τρούμαν με την υπόσχεση να φέρει την τελική νίκη στην Κορέα, αναζήτησε κατάπαυση του πολέμου μέσω ανακωχής, μην τολμώντας πολεμική κλιμάκωση στο μέτωπο.

Τελικά, μια κατάπαυση πυρός συμφωνήθηκε στις 27 Ιουνίου 1953, την ώρα που η γραμμή του μετώπου είχε κατασταλάξει ουσιαστικά και πάλι γύρω απ τον 38ο παράλληλο. Ως τότε οι δυνάμεις του ΟΗΕ είχαν υποστεί συνολικά κάπου 400.000 απώλειες και οι κινεζικές κάπου 660.000, χωρίς να υπολογίζονται οι τεράστιες απώλειες σε άμαχους και των δύο Κορεατικών κρατών.

Λίντον Τζόνσον και Ρίτσαρντ Νίξον: Πόλεμος του Βιετνάμ

Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν ίσως η μεγαλύτερη ένοπλη σύγκρουση μεταξύ Δύσης και Ανατολής κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.

Αμερικανοί στρατιώτες είχαν ήδη εμπλακεί από το 1959, αλλά σε μεγάλους αριθμούς κατέφθασαν κατά το 1965. Εγκατέλειψαν τη χώρα το 1973, κάτι που οδήγησε τελικά στην παράδοση του Νότου στις 30 Απριλίου 1975.

Το Νότιο Βιετνάμ τέθηκε υπό την προστασία των ΗΠΑ και δέχτηκε γενναία οικονομική και στρατιωτική βοήθεια. Ο αυτοκράτορας Μπάο Ντάι διόρισε ως πρωθυπουργό τον Νγκο Ντινχ Ντιέμ, ο οποίος, κατόπιν δημοψηφίσματος που διενήργησε τον Οκτώβριο του 1955, εκθρόνισε τον αυτοκράτορα και με τις ευλογίες των ΗΠΑ αυτοανακηρύθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Εμφανίστηκαν αντάρτικα τμήματα και ανέλαβαν δράση με την προσβολή κυβερνητικών στόχων. Το 1960 οι κομμουνιστές ίδρυσαν το Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης του Νοτίου Βιετνάμ και από το 1961 συγκρότησαν τον Απελευθερωτικό Στρατό του Νοτίου Βιετνάμ, ο οποίος το 1965 έφθασε να αριθμεί 150.000 αντάρτες Βιετκόνγκ.

Το 1960 οι ΗΠΑ, επί προέδρου Αϊζενχάουερ, άρχισαν να στέλνουν στη Σαϊγκόν τους πρώτους «συμβούλους» με σκοπό να οργανώσουν τον στρατό. Όταν ανέλαβε πρόεδρος των ΗΠΑ ο Κένεντι, το 1962, υπήρχαν ήδη 2.400 Αμερικανοί στρατιωτικοί, πολλοί από τους οποίους είχαν λάβει μέρος και σε μάχες με τους Βιετκόνγκ.

Στα τέλη του 1963, μετά από μαζικές λαϊκές εκδηλώσεις κατά του καθεστώτος του Ντιέμ, ο στρατός τον ανέτρεψε και ο ίδιος ο Ντιέμ εκτελέστηκε. Τρεις εβδομάδες αργότερα δολοφονήθηκε στο Ντάλας ο πρόεδρος Κένεντι. Την εποχή της δολοφονίας του Ντιέμ και του Κένεντι υπήρχαν 16.000 Αμερικανοί στρατιωτικοί «σύμβουλοι» στο Βιετνάμ.

Το 1964 ο πρόεδρος Τζόνσον που διαδέχτηκε τον δολοφονηθέντα Κένεντι χορήγησε στο Νότιο Βιετνάμ έκτακτη βοήθεια 60 εκατομμυρίων δολαρίων και ενίσχυσε τις αμερικανικές δυνάμεις, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Ουίλιαμ Ουέστμορλαντ. Από 16.000 στρατιωτικούς συμβούλους το 1964, τα αμερικανικά στρατεύματα έφθασαν τις 75.000 άνδρες το 1965.

Το καλοκαίρι του 1964 βόρειες ναυτικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον αμερικανικού πλοίου ηλεκτρονικής κατασκοπίας ανοικτά του κόλπου Τόνκιν έξω από τα χωρικά ύδατα του Βόρειου Βιετνάμ.

Η κυβέρνηση Τζόνσον ωστόσο αποφάσισε να δημοσιοποιήσει τις δύο επιθέσεις και να ζητήσει το ψήφισμα του Κογκρέσου για τη διενέργεια αντιποίνων. Όλοι οι βουλευτές και όλοι οι γερουσιαστές του Κογκρέσου, εκτός από δύο, υπερψήφισαν το λεγόμενο «ψήφισμα του κόλπου Τόνκιν», που εξουσιοδοτούσε τον πρόεδρο να αποκρούσει μελλοντικές επιθέσεις κατά των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ. Τα αμερικανικά αντίποινα περιορίσθηκαν σε αεροπορικούς βοµβαρδισµούς των ναυτικών εγκαταστάσεων του Βόρειου Βιετνάμ. Παρά τις μεγάλες καταστροφές, οι Βιετκόνγκ δεν πτοήθηκαν και πολλαπλασίασαν τις επιθέσεις τους.

Στις 31 Μαρτίου 1968, σε τηλεοπτικό διάγγελμα στον αμερικανικό λαό, ο Τζόνσον ανήγγειλε τη διακοπή των βομβαρδισμών του Βορείου Βιετνάμ, το οποίο καλούσε σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Η απομάκρυνση του Τζόνσον από τις εκλογές του 1968 μετέτρεψε την επίθεση Τετ σε λαμπρή νίκη του Χο Τσι Μινχ. Με την πολιτική κατάρρευση του προέδρου Τζόνσον που είχε εκλεγεί λίγα χρόνια νωρίτερα µε το υψηλότερο ποσοστό των ψήφων στην αμερικανική ιστορία, το Βόρειο Βιετνάμ πέτυχε ιστορική νίκη στο κέντρο βάρους του αντιπάλου του, που ήταν η αμερικανική κοινωνία.

Η αμερικανική πολιτική ηγεσία αναγκάστηκε να αλλάξει τη στρατηγική της. Στόχος τους τώρα ήταν η σταδιακή απεμπλοκή τους από το Βιετνάμ και η ταυτόχρονη ενίσχυση των νοτιοβιετναμικών δυνάμεων ώστε να αναλάβουν αυτοί τις ευθύνες του πολέμου. Μέχρι το τέλος του 1970 είχαν αποσυρθεί 122.000 Αμερικανοί στρατιώτες και όλα τα άλλα ξένα τμήματα.

Το δίμηνο Μαρτίου-Απριλίου 1975, οι δυνάμεις των κομμουνιστών διέλυσαν τις νοτιοβιετναμικές δυνάμεις και κατέλαβαν τη Σαϊγκόν. Το μεσημέρι της 30ής Απριλίου, την ώρα που το τελευταίο ελικόπτερο απομακρυνόταν από την πρεσβεία των ΗΠΑ στη Σαϊγκόν, στον περίγυρο αυτής εισερχόταν το πρώτο άρμα των Βορειοβιετναμέζων. Έτσι για πρώτη φορά οι ΗΠΑ, η υπερδύναμη με το ανεξάντλητο δυναμικό και την τελειότερη τεχνολογία, παρόλο που θυσίασαν τις ζωές 60.000 περίπου Αμερικανών και δαπάνησαν 150 δισεκατομμύρια δολάρια έχασαν τον πόλεμο.

Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος: Ο Πόλεμος του Κόλπου

Ο Πόλεμος του Κόλπου ήταν ένας πόλεμος μεταξύ διεθνούς συμμαχίας από τουλάχιστον 31 κράτη υπό την καθοδήγηση των Η.Π.Α. και την εξουσιοδότηση του Ο.Η.Ε. κατά του Ιράκ, για την απελευθέρωση του Κουβέιτ.

Ο Πόλεμος ξεκίνησε με την εισβολή του Ιράκ στις 2 Αυγούστου 1990, με την δικαιολογία ότι το Κουβέιτ κάνει γεωτρήσεις για πετρέλαιο υπό κλίση και έτσι „κλέβει“ ιρακινό πετρέλαιο. Αμέσως μετά την εισβολή υποβλήθηκαν οικονομικές κυρώσεις από τον Ο.Η.Ε. και τελικώς οι εχθροπραξίες άρχισαν τον Ιανουάριο του 1991, οι οποίες και κατέληξαν στην ολοκληρωτική νίκη των συμμαχικών δυνάμεων.

Ήταν ο πρώτος τηλεοπτικός πόλεμος της ιστορίας, αφού χάρις στο CNN μπήκε σε κάθε σπίτι κι έγινε τηλεοπτικό θέαμα. Στις 2 Αυγούστου 1990 το Ιράκ εισέβαλε και κατέλαβε το Κουβέιτ.

Αφορμή για την εισβολή και την κατάληψη του μικροσκοπικού εμιράτου από το Ιράκ ήταν οι γεωτρήσεις που έκαναν υπό κλίση με αποτέλεσμα να κλέβουν το δικό τους.

Ο Σαντάμ προχώρησε στο εγχείρημά του, πιστεύοντας ότι έχει την ανοχή των Αμερικανών, αφού.

Μέσα σε λίγες ώρες από την εισβολή των Ιρακινών στο Κουβέιτ, οι ΗΠΑ προσέφυγαν στο Συμβούλιο Ασφαλείας και πέτυχαν την έκδοση της Απόφασης 660, με την οποία καταδικαζόταν η εισβολή και αξιωνόταν η απόσυρση των ιρακινών δυνάμεων.

Στις 29 Νοεμβρίου 1990, το Συμβούλιο Ασφαλείας άναψε το «πράσινο φως» για στρατιωτική επέμβαση στο Κουβέιτ, δίνοντας προθεσμία έως τις 15 Ιανουαρίου 1991 στο Ιράκ να αποσύρει τις δυνάμεις του από το εμιράτο..

Μέχρι τις 15 Ιανουαρίου 1991 που έληγε το τελεσίγραφο του ΟΗΕ έγιναν ειρηνευτικές προσπάθειες, αλλά προσέκρουσαν στην άρνηση του Ιράκ, που ήθελε να εξαργυρώσει τη δική του αποχώρηση από το Κουβέιτ με την απόσυρση των Ισραηλινών από τα κατεχόμενα συριακά και παλαιστινιακά εδάφη. Ο Σαντάμ επεδίωκε να φανεί ως ήρωας στα μάτια των Αράβων. Στις 12 Ιανουαρίου 1991 ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έλαβε από το Κογκρέσο την εξουσιοδότηση για την ανάμιξη των αμερικανικών δυνάμεων στον επικείμενο πόλεμο.

Τα ελικόπτερα „Απάτσι“ έδωσαν το σύνθημα της επίθεσης στις 2:38 π.μ. ώρα Βαγδάτης της 17ης Ιανουαρίου 1991, καταστρέφοντας εγκαταστάσεις ραντάρ των Ιρακινών. Ακολούθησαν συνεχείς έξοδοι πολεμικών αεροσκαφών, που βομβάρδισαν αεροδρόμια και στρατηγικούς στόχους. Την ίδια στιγμή, η Βαγδάτη βομβαρδιζόταν με πυραύλους „Τόμαχοκ“ και η εικόνα αυτή έκανε το γύρο του κόσμου μέσω του CNN. Πέντε ώρες μετά την πρώτη συμμαχική επίθεση, ο Σαντάμ Χουσεΐν σε ραδιοφωνικό μήνυμά του διακήρυττε ότι «η μεγάλη μάχη, η μητέρα όλων των μαχών ξεκίνησε. Η αυγή της νίκης πλησιάζει».

Την πρώτη εβδομάδα των αεροπορικών επιχειρήσεων, το μεγαλύτερο μέρος της στρατιωτικής υποδομής του Ιράκ είχε καταστραφεί.

Μετά την επιτυχία των εναέριων επιθέσεων ήλθε η σειρά των χερσαίων επιχειρήσεων για την ανακατάληψη του Κουβέιτ. Διήρκεσαν μόλις 100 ώρες, προς μεγάλη έκπληξη των αμερικανών στρατιωτικών, δείγμα της ανυπαρξίας της πολυδιαφημισμένης στρατιωτικής μηχανής του Σαντάμ.

Στο σημείο αυτό, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους κήρυξε κατάπαυση του πυρός και ο πόλεμος έλαβε τέλος στις 27 Φεβρουαρίου 1991.

Μπιλ Κλιντον: Πόλεμος της Βοσνίας

Είναι η πολεμική σύρραξη που ενεπλάκη για πρώτη φορά και το ΝΑΤΟ, υλοποιώντας αρχικά την επιχείρηση „Deny Flight“, επιβάλλοντας απόφαση του συμβουλίου ασφαλείας του Ο.Η.Ε. που όριζε τον εναέριο χώρο της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης ως „No fly zone“ (Ζώνη απαγόρευσης πτήσεων) με την οποία απαγορεύονταν πτήσεις αεροσκαφών στον εναέριο χώρο της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης.

Ο πόλεμος ξεκίνησε το Μάρτιο του1992 και έληξε το Δεκέμβριο του 1995. Μετά από δυο χρόνια διαμάχες στις στις 23 Φεβρουαρίου, 1994, υπό την καθοδήγηση των ΗΠΑ, η κροατική και η μουσουλμανική πλευρά υπέγραψαν το Σύμφωνο της Ουάσινγκτον το οποίο έδωσε ένα τέλος στον μεταξύ τους πόλεμο και έκανε τις δύο πλευρές συμμάχους για το υπόλοιπο του πολέμου.

Στα πεδία των μαχών ξεκίνησαν τα πρώτα επεισόδια εμπλοκής του ΝΑΤΟ, όταν αεροπλάνα της βορειοατλαντικής συμμαχίας κατέρριψαν τέσσερα σερβο-βοσνιακά μαχητικά που παραβίαζαν τη ζώνη απαγορευμένης πτήσης πάνω από την Μπάνια Λούκα.

Η ένταση μεγάλωσε όταν οι σερβο-βοσνιακή αντιαεροπορία κατέρριψε αμερικανικό μαχητικό του ΝΑΤΟ πάνω από το Μρκόνιτς Γκράντ της δυτικής Βοσνίας.

Στις 18 Ιουλίου 1994 οι ΗΠΑ, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ρωσία δημιούργησαν την Ομάδα Επαφής, μέσω της οποίας πρότειναν το διαμοίρασμα της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης σε 51% Μουσουλμανικό και Κροατικό τομέα και 49% Σερβικό.

Κύριος στόχος της παράπλευρης και λίγο αργότερα απευθείας εμπλοκής των ΗΠΑ στον πόλεμο ήταν η βοήθεια προς την Κροατία, για την επίθεση προς την Σερβική Δημοκρατία της Κράινα και γενικότερα την Κροατο-Μουσουλμανική συμμαχία, γιά την αντεπίθεση στον πόλεμο της Βοσνίας.

Τα ξημερώματα της 4ης Αυγούστου 1995, αεροπλάνα του ΝΑΤΟ κατέστρεψαν το αντιαεροπορικό σύστημα του σερβικού στρατού της Κράινα και διέλυσαν όλες τις ενδοεπικοινωνίες μεταξύ των μονάδων του, καθιστώντας αδύνατο τον συγχρονισμό για την άμυνα της Κράινα.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις τερματίστηκαν ανεπίσημα στα μέσα Οκτωβρίου και επίσημα στις 14 Δεκεμβρίου, 1995.

Τζόρτζ Γουόλκερ Μπους: Κυνηγώντας τρομοκράτες στο Αφγανιστάν

Στον απόηχο των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου, στις 7 Οκτωβρίου του 2001 σημειώνεται η υπό αμερικανική καθοδήγηση εισβολή στο Αφγανιστάν με την κωδική ονομασία „Διαρκής Ελευθερία“.

Ο στόχος της εισβολής, όπως είχε ανακοινωθεί επίσημα από τις ΗΠΑ, ήταν να εντοπιστούν ο Οσάμα Μπιν Λάντεν και άλλα υψηλόβαθμα μέλη της Αλ Κάιντα ώστε να οδηγηθούν στη Δικαιοσύνη, καθώς και να καταρρεύσει το καθεστώς των Ταλιμπάν που τους προστάτευε.

Με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη χώρα εγκαθίσταται διεθνής στρατιωτική δύναμη, τη διοίκηση της οποίας ανέλαβε το 2003 το NATO Το 2004 διενεργούνται εκλογές και πρόεδρος εκλέγεται ο Χαμίντ Καρζάι. Έκτοτε το κίνημα των Ταλιμπάν έχει ανασυγκροτηθεί και επιτίθεται στις ξένες στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και στην κυβέρνηση της χώρας.

Μετά από δεκαετίες πολιτικής αστάθειας και πολεμικών επιχειρήσεων η ανθρωπιστική κρίση έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Εκατομμύρια Αφγανοί προσφυγές έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχει συστήσει ειδική επιχείρηση για να διαχειριστεί την κρίση.

Η πίεση για τον τερματισμό του πολέμου γίνεται ολοένα και εντονότερη. Τον περασμένο Δεκέμβριο ο Ομπάμα ενέκρινε την αποστολή επιπλέον 30.000 Αμερικανών στρατιωτών, ανακοινώνοντας ταυτόχρονα όμως ότι τα στρατεύματα θα αρχίσουν να επιστρέφουν στις ΗΠΑ τον Ιούλιο του 2011. Μάλιστα, παρά τις έντονες αντιδράσεις, λίγες ημέρες πριν ο Ομπάμα, με επιστολή του που δόθηκε στη δημοσιότητα από το Λευκό Οίκο, διευκρινίζει ότι δεν σκοπεύει προς το παρόν να κάνει σημαντικές αλλαγές στη στρατηγική του για το Αφγανιστάν.

Ο πόλεμος του Ιράκ και τα φονικά όπλα που δεν βρέθηκαν ποτέ

Ο Πόλεμος του Ιράκ άρχισε στις 20 Μαρτίου 2003 από τις ΗΠΑ υπό την προεδρία του Τζορτζ Μπους και το Ηνωμένο Βασίλειο υπό την πρωθυπουργία του Τόνι Μπλερ, με στόχο την ανατροπή του τότε ηγέτη του Ιράκ Σαντάμ Χουσεΐν.

Η μονομερής απόφαση της Αμερικής για τον πόλεμο του Ιράκ διαιρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) σε υποστηρικτές και αντιτιθέμενους προς αυτή, κατάσταση που δημιούργησε προβληματισμούς για την διατήρηση της ενότητάς της. Συνέπεια αυτής της ιδιαιτερότητας ήταν να αρχίσουν με κύριους πρωταγωνιστές τη Γαλλία και την Γερμανία προσεγγίσεις της Ευρώπης με την Ρωσία, οι οποίες αξίζουν παρατήρησης για περαιτέρω αξιοποίησή τους, όπως και αν διαμορφωθούν μελλοντικά τα πράγματα.

ο τέος ηγέτης αφού εντοπίστηκε σε ένα λαγούμι, οδηγήθηκε σε δίκη στις  5 Νοεμβρίου 2005 όπου του απαγγέλθηκαν κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Περίπου ένα χρόνο μετά, το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον πρώην ηγέτη του Ιράκ και τον καταδίκασε εις θάνατον δι‘ απαγχονισμού. Η ποινή εκτελέστηκε στις 30 Δεκεμβρίου 2006, περίπου στις 6 π.μ. τοπική ώρα.

Τον Δεκέμβριο του 2005  Αμερικανός πρόεδρος Τζορτζ Ο.Μπους παραδέχεται ότι ο πόλεμος στο Ιράκ βασίστηκε σε λάθος πληροφορίες, αλλά ανέλαβε την ευθύνη της απόφασης να πραγματοποιηθεί η εισβολή, λέγοντας πως ήταν η σωστή επιλογή.

Ο Μπους υπεραμύνθηκε της απόφασής του να εισβάλουν τα αμερικανικά στρατεύματα στο Ιράκ το 2003, προκειμένου «να διώξουν τον Σαντάμ Χουσεΐν» από την εξουσία.

Παρόλο που δεν βρέθηκαν ποτέ όπλα μαζικής καταστροφής στο Ιράκ, ήταν πολύ σημαντικό να ανατραπεί ο Σαντάμ, επειδή είχε διακηρύξει ότι οι ΗΠΑ είναι εχθρός και ήθελε να αναπτύξει μη συμβατικά όπλα.

Στις 31 Αυγούστου 2010, ο νυν πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπαράκ Ομπάμα κήρυξε το τέλος του πολέμου και διέταξε τους Αμερικανούς στρατιώτες να αποχωρήσουν από το Ιράκ.

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΝΙΚΗΤΑΣ