Μνήμες από τουτουντζήδες και καπνά στα καπνομάγαζα της Θεσσαλονίκης

320

Μνήμες από μια δραστηριότητα που άνθησε για δεκάδες χρόνια κρατούν καλά φυλαγμένες, σήμερα, κτίρια που άντεξαν στο χρόνο και είτε συστήνονται στο κοινό με άλλη ιδιότητα, είτε παραμένουν ανενεργά. Από τους τουτουντζήδες, τους επαγγελματίες του καπνού στην Κωνσταντινούπολη, η τέχνη της επεξεργασίας του καπνού διαδόθηκε αρκετά στον ελλαδικό χώρο σε σημείο, μάλιστα, η Ελλάδα να αποτελέσει τη δεύτερη εξαγωγική χώρα καπνών στον κόσμο μετά τις ΗΠΑ. Αργότερα επικράτησε η άποψη, ότι ο καπνός βλάπτει και η παραγωγή και εμπορία του ακολούθησε πτωτική πορεία.

Σήμερα πια, ξενοδοχεία, εμπορικά κέντρα και σύγχρονοι χώροι γραφείων, πρώην καπνομάγαζα, φιλοξενούν τουρίστες, επισκέπτες, καταναλωτές και εργαζόμενους στους ίδιους χώρους που, πριν από κάποια χρόνια, άνθρωποι του μόχθου δούλευαν στις θορυβώδεις μηχανές και τους ζεστούς φούρνους ξήρανσης, που δημιουργούσαν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα. Τις μνήμες της από αυτές τις εποχές ξετυλίγει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η 95χρονη σήμερα καπνεργάτρια για χρόνια Δροσιά Μυλωνά.

Η ίδια αφηγείται με κάθε λεπτομέρεια όσα πέρασε τα χρόνια που, μικρό παιδί, βοηθούσε την οικογένειά της στα καπνά, στα χωριά του Παγγαίου, στην Καβάλα. Θυμάται τα πάντα: από τη σπορά του καπνού ως την ποδιά στην οποία μετέφερε τα μικρά φυτά για να μπουν στο οργωμένο χωράφι, από το μάζεμα των φύλλων τη νύχτα ως τους μπόγους που φόρτωναν στα γαϊδουράκια, από το βελόνιασμα των φύλλων και το στρώσιμο στα γόνατα ως το κρέμασμα στα ξύλα για να στεγνώσουν.

«Δύσκολη δουλειά, όχι παιχνίδια…»

Μετά, η κ. Μυλωνά ήρθε στη Θεσσαλονίκη και δούλεψε πάλι στα καπνά, αυτή τη φορά στα καπνομάγαζα, όπου γινόταν η αποθήκευση και η εμπορική επεξεργασία του καπνού. «Δεκατέσσερα χρόνια δούλεψα στα καπνά. Δούλεψα σε πολλά καπνομάγαζα, στου Φέσσα στην Άνω Ηλιούπολη, του Μιχαηλίδη, του Παπαδάτου, στην Αυστροελληνική, τα γύρισα τα μαγαζιά. Δύσκολη δουλειά, όχι παιχνίδια και ήταν μερικά καπνομάγαζα πολύ αυστηρά γιατί οι συνθήκες ήταν δύσκολες, αλλά τι να κάνουμε;», λέει η ίδια και μπορεί να ξεχνά κάποιες λέξεις μόνο, ωστόσο περιγράφει κάθε στάδιο της καλλιέργειας, της αποθήκευσης, της ξήρανσης και της επεξεργασίας του καπνού.

«Ρίχναμε πρώτα τον σπόρο και έβγαινε το φυτό. Όταν γινόταν μια πιθαμή, βγάζαμε το φυτό με τα χέρια για να οργώσουν οι άνδρες το χωράφι. Βάζαμε τα φυτά σε κοφίνες και τα φυτεύαμε ξανά με το φυτευτήρι μετά το όργωμα. Όταν μεγάλωνε το φυτό και γινόταν ένα μέτρο ψηλό, πηγαίναμε τη νύχτα, μία η ώρα, για να μην μαραθούν τα φύλλα με τη ζέστη, και σπάζαμε τα ώριμα φύλλα με το ένα χέρι, τα βάζαμε το ένα πάνω στο άλλο και τα κάναμε μπόγο. Πηγαίναμε τους μπόγους στο σπίτι, εμείς είχαμε γαϊδουράκια και εκεί καθόμασταν γύρω γύρω από τον μπόγο για να βελονιάσουμε τα φύλλα, για να κρεμαστούν και να ξεραθούν καλύτερα… Μετά τα κρεμούσαμε σε βέργες που τις κόβαμε από το βουνό… Όταν ξεραίνονταν καλά τα μαζεύαμε και τα κάναμε κιοντέδες, αρμαθιές… Το χειμώνα τα κάναμε παστάλια, στοίβες και τα κρεμούσαμε σε δωμάτια στο εσωτερικό των σπιτιών που ήταν από πέτρα. Τα βάζαμε και στην αυλή σε ένα λάκκο και τα φύλλα μαλάκωναν τη νύχτα…», αφηγείται η κ. Μυλωνά.

Τα καπνομάγαζα πόλος έλξης του εργατικού δυναμικού της εποχής

Τα καπνομάγαζα, άλλωστε, αποτέλεσαν πόλο έλξης του εργατικού δυναμικού της εποχής, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο εγγονός της κ. Μυλωνά, αρχιτέκτονας μηχανικός Σπυρίδων Ταβλίκος, ο οποίος με την αρχιτέκτονα μηχανικό Σοφία Γκουβούση, πραγματοποίησαν έρευνα στο πλαίσιο των προπτυχιακών τους σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για τα καπνομάγαζα της πόλης. «Οι καπνεργάτες συνδέονται με τον τόπο με τη μορφή του οικονομικού κινήτρου αναζήτησης εργασίας. Τα καπνά ήταν ένα μέσο βιοπορισμού του κόσμου και οι καπναποθήκες πόλος έλξης του δυναμικού αυτού στην περιοχή. Έτσι ουσιαστικά συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της δυτικής Θεσσαλονίκης ευρύτερα. Η σχέση ήταν αμοιβαία: οι καπναποθήκες προσέφεραν τη δυνατότητα εργασίας και ο κόσμος με χαμηλές οικονομικές δυνατότητες ανταποκρινόταν σε αυτή την προσφορά. Επομένως η ανάπτυξη της περιοχής ήταν συνυφασμένη με τη λειτουργία των κτιρίων αυτών» σημειώνει ο κ. Ταβλίκος.

Ωστόσο, ο ίδιος επισημαίνει ότι οι «καπνεργάτες έχουν διαφορετικές εμπειρίες και αυτό είναι κατανοητό καθώς οι συνθήκες εργασίας ήταν πολύ δύσκολες. Η λειτουργία των μηχανημάτων εντός των κτιρίων προκαλούσε θόρυβο και δυσκολία στην αναπνοή. Τα καπνά δημιουργούσαν μια αποπνικτική ατμόσφαιρα και τα μηχανήματα είχαν και φούρνους οπότε υπήρχε δυσφορία και από τη ζέστη. Μάλιστα, αυτή η δυσφορία επεκτεινόταν σε όλη την περιοχή που ήταν επιβαρυμένη περιβαλλοντικά κατά την περίοδο λειτουργίας των καπναποθηκών. Επομένως, οι μνήμες των καπνεργατών ταυτίζονται περισσότερο με μια δύσκολη περίοδο της ζωής τους».

Πενήντα έξι καπνομάγαζα υπάρχουν σήμερα στη Θεσσαλονίκη

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2014, ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Βιομηχανιών Μεταποίησης και Εταιρειών Εμπορίας Καπνού ανέθεσε στην κ. Γκουβούση και τον κ. Ταβλίκο την επικαιροποίηση της έρευνάς τους ώστε να καταγραφούν με ακρίβεια οι καπναποθήκες – καπνομάγαζα στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης. Τα αποτελέσματα της έρευνας περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Οι καπναποθήκες της Θεσσαλονίκης», όπου τα εν λόγω κτίρια αξιολογούνται ως βιομηχανικά, σε μια προσπάθεια να μην κατεδαφιστούν και να αναδειχτούν.

Η κ. Γκουβούση αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «στη διάρκεια του 20ού αιώνα υπήρχαν 88 κτίρια καπναποθηκών στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης και λειτούργησαν για την αποθήκευση και την επεξεργασία των καπνών. Από αυτά σήμερα διασώζονται τα 56».

Το παλαιότερο καπνομάγαζο ήταν εκείνο της εταιρείας Μοσκώφ στην περιοχή της Φράγκων, το οποίο κατασκευάστηκε το 1910 και λειτούργησε ως καπναποθήκη από το 1934 ως τη δεκαετία του 70 που κατεδαφίστηκε. Σήμερα, πρώην καπνομάγαζα βρίσκονται στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στις οδούς Δωδεκανήσου και Διοικητηρίου, ακόμη και στην Τσιμισκή (όπου βρίσκεται το εμπορικό κέντρο πλατεία), αλλά και σε περιοχές της δυτικής Θεσσαλονίκης όπως η Σταυρούπολη, όπου υπάρχουν 15 συνολικά κτίρια. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι το ξενοδοχείο απέναντι από τη Μονή Λαζαριστών, η καμπύλη καπναποθήκη του Γεώργιου Χατζηγεωργίου με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αλλά και το κόκκινο καπνομάγαζο, όπου η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας σχεδιάζει να δημιουργήσει ειδικό εξεταστικό κέντρο για τεχνικά επαγγέλματα, αφού ολοκληρωθεί επιχείρηση εκτεταμένου καθαρισμού και αποκατάστασης του κτιρίου. Καπνομάγαζα υπάρχουν και στην ανατολική πλευρά της πόλης και στεγάζουν σήμερα εμπορικά κέντρα.

Η δραστηριότητα του καπνού

Για τη δραστηριότητα γύρω από τον καπνό γενικότερα, η κ. Γκουβούση σημειώνει ότι η ανάπτυξη και η εξέλιξη του καπνεμπορίου στον ελλαδικό χώρο παρουσίασε αυξανόμενη πορεία από το 1880 ως το 2000. Το 1913 υπήρχαν πολλές καπνεμπορικές επιχειρήσεις που στεγάζονταν σε καπνεμπορικά κέντρα στην νότια Ελλάδα (την Ερμούπολη, τον Πειραιά, το Βόλο, τη Λαμία, το Αγρίνιο), ενώ μετά το 1913 που έγινε και η προσάρτηση της Μακεδονίας και της Θράκης προστέθηκαν καπνεμπορικά κέντρα και στο βόρειο τμήμα της χώρας (στη Δράμα, την Ξάνθη, τις Σέρρες, τη Θεσσαλονίκη και την Καβάλα). Μέχρι πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα ηνία τα είχε κυρίως η Καβάλα αλλά και στη Θεσσαλονίκη από το 1920 και μετά δημιουργήθηκαν αρκετά τέτοια κτίρια, αρχικά στο ιστορικό κέντρο της πόλης, στη συνέχεια προς τη Γιαννιτσών και τη Μοναστηρίου και μετά προς τους Αμπελόκηπους και τη Σταυρούπολη, τη βιομηχανική περιοχή του Ωραιοκάστρου και την Ευκαρπία, για να διευκολύνεται η μεταφορά του καπνού.

Η δραστηριότητα αυτή σταμάτησε στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 2000 όταν πια είχε αρχίσει να υποστηρίζεται η άποψη ότι ο καπνός βλάπτει οπότε έπεσε η παραγωγή του καπνού και όλη η διαδικασία με τις εξαγωγές. Σήμερα πια, το ζητούμενο, σύμφωνα με την κ. Γκουβούση, είναι η εκπόνηση ενός συνολικού στρατηγικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση των κτιρίων αυτών συντονισμένα και όχι αποσπασματικά.

Π. Γιούλτση