Στέφεν Σίντλερ: Ένας Γερμανός φιλέλληνας, σταθερός κι επίμονος λάτρης της Ελλάδας

281

Γεννημένος πριν από 36 χρόνια σε προάστιο της Χαϊδελβέργης, παιδί μιας Γερμανίδας και ενός Αμερικάνου (χωρισμένων γονιών), μεγαλωμένος σε διαφορετικές χώρες και από τα 21 μέχρι τα 26 του στην Αϊόβα των ΗΠΑ, με εργασιακή θητεία στις Βρυξέλλες και κοσμογυρισμένος, ο Στέφεν Σίντλερ έχει πλούσιες εικόνες, εμπειρίες και παραστάσεις στην ως τώρα προσωπική του διαδρομή. Αυτός ο σύγχρονος νομάς του 21ου αιώνα, που εργάζεται σήμερα στις Βρυξέλλες, στο Ευρωκοινοβούλιο, είναι κυριολεκτικά ερωτευμένος με την Ελλάδα και ειδικότερα με τη Θεσσαλονίκη.

Κι όχι τυχαία, θα έλεγε κανείς, αφού αναζητώντας εργασία το 2019, τα βήματα της ζωής του τον έφεραν στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε περίπου ενάμιση χρόνο στο CEDEFOP, κάνοντας πρακτική, και παράλληλα ανακάλυπτε κάθε γωνιά της πόλης ως τουρίστας. Το διάστημα αυτό ήταν αρκετό, μάλιστα, ώστε να αναπτύξει ένα «μεθυστικό φίλτρο εξάρτησης» για τη χώρα μας, σε σημείο που να έχει καθιερώσει από τότε μία επίσκεψη ετησίως στη Θεσσαλονίκη, για να μπορεί να παίρνει το «οξυγόνο» που τού λείπει, είτε στην πατρίδα του, τη Γερμανία, είτε στις Βρυξέλλες, που είναι ο τόπος της σημερινής κατοικίας και εργασίας του, είτε σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων και των χώρων που γνώρισε ή έζησε.

Ηνωμένες Πολιτείες, όπου έζησε για πέντε χρόνια όταν πήγε για να γνωρίσει τον πατέρα του και τα δυο ετεροθαλή αδέλφια του, Ινδία, Νεπάλ, Ταϊλάνδη, Ρωσία, Τουρκία και πλήθος άλλων χωρών συμπεριλαμβάνονται στον μακρύ ταξιδιωτικό του κατάλογο, με την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη να κατέχουν ξεχωριστή πάντα θέση μέσα του.

Ο έρωτας για τη Θεσσαλονίκη «γεννήθηκε» στη …Σουηδία

«Είχα έναν καλό φίλο στο μεταπτυχιακό που έκανα στη Σουηδία, τον Λευτέρη, κάτοικο Θεσσαλονίκης, τον οποίον επισκέφθηκα λίγα χρόνια μετά στην Ελλάδα. Αυτό ήταν αρκετό. Αμέσως ερωτεύτηκα την πόλη. Γοητεύτηκα απ‘ αυτήν και άρχισα να διαβάζω κάθε βιβλίο που αναφερόταν στην ιστορία της. Φρόντισα έκτοτε να επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη μία φορά τον χρόνο για να επαναφορτίζω τις δικές μου μπαταρίες. Το 2019, αφού ξεπλήρωσα τα δάνεια που όφειλα για τις σπουδές μου και αισθάνθηκα πραγματικά ελεύθερος, παράτησα την τότε δουλειά μου, πήρα το πρώτο αεροπλάνο κι ήρθα στη Θεσσαλονίκη για να ζήσω όσο περισσότερο μπορούσα», αναφέρει στο Αθηναϊκό/Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ο Στέφεν Σίντλερ, εξηγώντας πώς προέκυψε ο έρωτας για την πόλη.

«Ξεκίνησα μαθήματα ελληνικών», λέει, «που είναι μία όμορφη γλώσσα και παρόλο που έμαθα αρκετά όταν ζούσα εκεί, νιώθω τώρα σαν να έχω ξεχάσει ήδη πολλά απ‘ αυτά. Στη Θεσσαλονίκη ζούσα σε ένα στούντιο στην Άνω Τούμπα, που έγινε ένα από τα αγαπημένα μου σημεία. Υιοθέτησα πολλές ελληνικές συνήθειες, ιδέες και αποφθέγματα. Ένα απ‘ αυτά του αείμνηστου τραγουδιστή Νίκου Ξυλούρη, που είπε ότι: „ο άνθρωπος δεν θέλει πολλά για να είναι ευτυχισμένος, φτάνει να έχει δυο-τρεις φίλους να τον αγαπούν πραγματικά και χρήματα τόσα για να μπορεί να τους κερνά“».

Οι αναμνήσεις του Γερμανού φιλέλληνα δεν σταματούν σε αυτό το μικρό κομμάτι της ελληνικής του …περιπέτειας. Έχει να θυμηθεί πολύ ωραίες, ζωντανές αναμνήσεις. «Η Άνω Τούμπα ήταν μια γειτονιά που μεγάλωσε μέσα μου, πέρασα πολύ χρόνο εκεί πριν αρχίσω να κατεβαίνω στο κέντρο της πόλης. Ήταν μία πολύ ωραία, φιλόξενη γειτονιά κι ο κόσμος ήταν περίεργος ν‘ ακούσει και να μάθει τι έκανε ένας Γερμανός εκεί, στη μέση του χειμώνα, εκτός περιόδου διακοπών. Γρήγορα με έκαναν να νιώσω σαν ένα μέρος της κοινότητας αυτής. Ο κουρέας μου, για παράδειγμα, με τον οποίον τα πήγαινα καλά παρά το γλωσσικό εμπόδιο επικοινωνίας, πέρα από το κούρεμα που μού έκανε, μού πρόσφερε γύρο ή καφέ όταν πήγαινα για κούρεμα και με είχε καλέσει και σε τραπέζι μαζί με μερικά άλλα παιδιά της περιοχής που σπούδασαν στη Γερμανία, για να τού μεταφράσουν τις συνομιλίες μας, βοηθώντας καλύτερα στην επικοινωνία. Αυτό στην Ελλάδα το βρίσκεις ακόμα», λέει, με έκδηλη τη νοσταλγία στη φωνή.

Η Θεσσαλονίκη είχε πάντα ένα ξεχωριστό χώρο μέσα του. «Ο τρόπος που οι άνθρωποι έβλεπαν ο ένας τον άλλον ήταν αρκετά ασυνήθιστος για μία μεγάλη πόλη, ήταν ένα ωραίο μείγμα από την ελευθερία και ανωνυμία που οι μεγάλες πόλεις δίνουν στον άνθρωπο και την οικειότητα να νιώθεις ως μέρος μιας κοινότητας, όπου αναγνωρίζεις φιλικά πρόσωπα στο δρόμο. Τότε ήταν που αναζητώντας αφορμές για να παραμείνω στη Θεσσαλονίκη, έκανα μια αίτηση και από τύχη με δέχτηκαν σε πρακτική άσκηση στο CEDEFOP, γεγονός που μού επέτρεψε να μείνω στη Θεσσαλονίκη για το υπόλοιπο του έτους. Η σύμβασή του ενοικίου μου όμως στο μικρό διαμέρισμα της Τούμπας τελείωσε κι έτσι μετακόμισα σε ένα μικρό φοιτητικό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης, με υπέροχη θέα στην πλατεία της Αγίας Σοφίας. Αυτό μού έδωσε την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα την πόλη», σημειώνει.

Μάλιστα, όταν επιστρέψει τον Απρίλιο ανυπομονεί ήδη να επαναλάβει τη …ρουτίνα του, όπως λέει. «Το βράδυ της Παρασκευής, από το „Νταλαβέρι“ στην Άνω Τούμπα για δείπνο, κάνοντας στάση στο Νegroni στην πλατεία Ναυαρίνου, πριν συναντηθώ με τον Βασίλη στο el bar κοντά στην Αγία Σοφία και τέλος χορεύοντας στο techno club „Τόκιο“, στα Λαδάδικα. Διερωτώμαι τελικά μετά από όλα αυτά αν είμαι πράγματι Γερμανός», αναφέρει με έντονη τη διάθεση χιούμορ.

Η αβάσταχτη γοητεία της Θεσσαλονίκης

Για τον Στέφεν Σίντλερ, η Θεσσαλονίκη κρύβει μία τεράστια γοητεία αναφορικά με την ιστορία της. «Είμαι γοητευμένος με την ιστορία της πόλης ως πόλη προσφύγων Εβραίων από την Ιβηρική, Ελλήνων από την Ανατολία, σύγχρονων ανθρώπων εκτοπισμένων από τον πόλεμο, όπως ο φίλος μου ο Χαντί από το Αφγανιστάν… Και μετά ήμουν εκεί κι εγώ μια χαμένη ψυχή που τελικά βρήκα ένα μέρος που ένιωθα σαν το σπίτι μου. Χωρίς αμφιβολία ήταν η καλύτερη χρονιά της ζωής μου και μου αρέσει να πιστεύω ότι ήταν μία πολύ καλή χρονιά και για την πόλη, καθώς ο ΠΑΟΚ πήρε τελικά το πρωτάθλημα, κι έτυχα στους πανηγυρισμούς, κάτι που δεν το ξανάδα και η Θεσσαλονίκη έγινε για μένα ένα „σπίτι“, μακριά από το σπίτι μου», αναφέρει, σε μια αναδρομή στις μέρες που πέρασε στην πόλη.

«Εγώ πάντα θεωρούσα τον εαυτό μου ταξιδευτή και ποτέ δεν ένιωθα σαν το σπίτι μου πουθενά, αλλά με κάποιο τρόπο η Θεσσαλονίκη με πήρε όσο πιο κοντά της και για μένα είναι ένα μέρος για να ξεκουράσω επιτέλους το μυαλό μου, που δεν το έκανα πάντα. Γιατί συναντώ ωραίους ανθρώπους!».

…και η ενδιαφέρουσα δουλειά στις Βρυξέλλες για μια «Ευρώπη των ανθρώπων»

Ο Στέφαν Σίντλερ εργάζεται, σήμερα, ως διαπιστευμένος κοινοβουλευτικός βοηθός και επικεφαλής γραφείου Γερμανίδας ευρωβουλευτού του Die Linke. Η πολιτική, όπως λέει, είναι ένας αναγκαίος χώρος και για τον ίδιο το επάγγελμα που τού δίνει τα προς το ζην με έναν καλό μισθό στις Βρυξέλλες- καλό μισθό μάλλον για τα ελληνικά δεδομένα γιατί στη βελγική πρωτεύουσα, ίσα ίσα που τα φέρνει βόλτα…

Ο 36χρονος Γερμανός έχει μία ενδιαφέρουσα δουλειά που συνοψίζεται στον τομέα της ενεργειακής και κλιματικής πολιτικής. Ο ίδιος συμπληρώνει: «μού αρέσει να συνεργάζομαι με ανθρώπους από διαφορετικά κοινωνικά και πολιτικά υπόβαθρα και εθνικότητες. Εγώ αγαπώ την „Ευρώπη των ανθρώπων“. Σ‘ αυτήν πιστεύω και διαπιστώνω πως πάρα πολλοί άνθρωποι έρχονται στις Βρυξέλλες, όχι επειδή αισθάνονται Ευρωπαίοι αλλά για να κάνουν αλλαγή καριέρας κι αυτό συμβαίνει στον περισσότερο κόσμο».

Στα εφηβικά του χρόνια, ο ίδιος αναγκάστηκε να ξενιτευτεί από τη Γερμανία στις Ηνωμένες Πολιτείες για να δοκιμάσει την τύχη του κοντά στον πατέρα του που ήδη ζούσε με νέα σύζυγο στην Αϊόβα. Η εμπειρία ήταν σκληρή καθώς σε ένα σπίτι χωρίς θέρμανση και με πολικές εξωτερικές, στην ηλικία των 21 ετών αναγκάστηκε να εργαστεί σε δύσκολες συνθήκες, στην οικοδομή και ειδικότερα στην κατασκευή θεμελίων από σκυρόδεμα, προκειμένου να βγάλει τα έξοδα συντήρησής του και να πληρώνει το ενοίκιο σε ένα υπόγειο όπου ζούσε ώστε να μπορεί να αποπληρώσει τα μαθήματα του κολλεγίου στο Μιζούρι, όπου μεταφέρθηκε την περίοδο εκείνη. Αυτό διήρκεσε πέντε χρόνια και κατόπιν ειδικεύτηκε στην κοινωνική ιστορία, απέκτησε το πτυχίο στις πολιτικές επιστήμες και την ιστορία με σπουδές μεταπτυχιακού στο Λουντ της Σουηδίας. Οι σπουδές του αυτές ήταν η αιτία να «κληρονομήσει» ένα σημαντικό χρέος, το οποίο τού δημιούργησε μια οικονομική ασφυξία, αλλά το τόλμησε. Εργάστηκε για πρώτη φορά στις Βρυξέλλες και μετά ξεκίνησε η περιπέτειά του στη Θεσσαλονίκη όπου συνάντησε τον φίλο του Λευτέρη και βίωσε όλα όσα τον έκαναν σχεδόν Έλληνα.

Τώρα περιορίζεται να αγναντεύει φωτογραφικά τα ηλιοβασιλέματα του Θερμαϊκού, την παλιά και νέα παραλία της Θεσσαλονίκης, τη Χαλκιδική, τις βραδινές εξόδους διασκέδασης και όλα τα στάνταρ μιας πόλης που ως τώρα δεν τον διέψευσε. Και, παράλληλα, μετρά τις μέρες μέχρι τον προσεχή Απρίλιο για να έρθει και πάλι εδώ για να «φορτίσει τις μπαταρίες του».

Ντίνος Καραμητρούσης