Γιώργος Καραγιώργης: Ο πατέρας του θρυλικού Εlysee στο Λονδίνο

118

Εφοπλιστές και μεγαλοεπιχειρηματίες, χολιγουντιανές διασημότητες και γόνοι εμίρηδων, γαλαζοαίματοι και φοιτητές «προσκυνούσαν» κάθε βράδυ την πίστα του πιο διάσημου μαγαζιού της βρετανικής πρωτεύουσας – Εκεί που το σλόγκαν ήταν «σπάστε ό,τι θέλετε, αρκεί να το πληρώσετε»

Για τους συγγενείς και συμπατριώτες του ήταν ο δικός τους Τζιώρτζης, ο «Ζορμπάς» του Λευκονοίκου, ο λεβέντικος πλάτανος της Μεσακριάς. Για όλους τους υπόλοιπους ο φιλάνθρωπος και πατριώτης Γιώργος Καραγιώργης, που άφησε στα 92 του την τελευταία του πνοή ανήμερα τα Χριστούγεννα, ήταν ο πασίγνωστος «Eλυζές».

Ο ακαταπόνητος δημιουργός και φλογερή «ψυχή» του θρυλικού «Elysee». Του «ναού» της ελληνικής ποιοτικής γαστρονομίας και κυρίως της ξεφαντωτικής ζωντανής ψυχαγωγίας. Του απόλυτου συμβόλου ξεδώματος και γλεντιού, που επί 60 και πλέον χρόνια συνεχίζει να γράφει συναρπαστικές σελίδες αυθεντικής διασκέδασης στο κέντρο του Λονδίνου. Επί δεκαετίες παραμένει το πιο φημισμένο, ίσως, μαγαζί της ελληνικής και κυπριακής παροικίας του Λονδίνου. Σε ένα κλασικό τριώροφο βρετανικό κτίριο με ταράτσα στην οδό Πέρσυ 13 στη Φιτζρόβια, το ελληνικό εστιατόριο έχει αφήσει εποχή ως η πλέον ανατρεπτική και λατρεμένη νυχτερινή πίστα με μπουζούκια στη συνήθως μουντή αγγλική πρωτεύουσα.

Από τότε, στα 80s και 90s, που οι καυτές του νύχτες πυρπολούσαν μέχρι τα χαράματα Ελληνες επώνυμους και μη, μόνιμους κατοίκους και περαστικούς. Από εκείνα τα ατέλειωτα, σχεδόν οργιαστικά, γλέντια, όπου με τις πενιές της λαϊκής ορχήστρας του διασκέδαζαν μύριοι όσοι δραστήριοι θαμώνες και καθημερινοί πιστοί ενός ύφους που προσέγγιζε αντιπροσωπευτικά  τον σουρεαλισμό. Ανακατεμένοι μέχρι πλήρους συγχύσεως εφοπλιστές και μεγαλοεπιχειρηματίες, χολιγουντιανές διασημότητες και γόνοι εμίρηδων, γαλαζοαίματοι και φοιτητές, μετέτρεπαν το μίνιμαλ αρτ ντεκό σκηνικό σε παρακμιακή αρένα έξαψης.

Εκαναν τις σκοτούρες τους χαρά, την καψούρα κέφι, τον νταλκά γέλιο με μια περίπου διονυσιακή ευθυμία, συνοδεύοντας τα χορευτικά τσακίσματα της βαριάς ζεϊμπεκιάς με το σπάσιμο αναρίθμητων πιάτων. Από εκείνα τα κανονικά, τα γυάλινα, τα πήλινα, τα πορσελάνινα, τα κεραμικά τέλος πάντων, όχι τα γύψινα, των οποίων ο θρυμματισμένος σωρός σχημάτιζε άσπρα βουναλάκια στην πολύχρωμη πίστα. Στα άλλα φημισμένα «μπουζούκια» του Λονδίνου, σαν το «Αριζόνα» στο Μέριλμπον, δεν γινόταν παρόμοιος χαμός.

Στο «Elysee» στη Φιτζρόβια ο χαμός επιτρεπόταν μέχρι τελικής πτώσης. Υπήρχαν βραδιές που η φίρμα του μαγαζιού, ο τραγουδιστής Χάρης Γαλανός με το παρατσούκλι «Μαρκήσιος Ντε Σαντ της νύχτας», πατούσε με το ζόρι πάνω στα σπασμένα κομμάτια, στηριζόμενος με το ένα χέρι στο ταβάνι για ισορροπία. Κι από κάτω παραληρούσαν στο ποτ πουρί των σουξέ που τραγουδούσε, φοιτητές που φορούσαν φόρμες, ανταποκριτές του ελληνικού Τύπου με φτηνά πρετ α πορτέ σακάκια, μακιγιαρισμένες μοντέλες με σινιέ εξώπλατες τουαλέτες και καλοντυμένα νεαρότερα μέλη από τις οικογένειες των καραβοκύρηδων. Χιώτες, Ανδριώτες, Οινουσσιώτες, Κύπριοι, Γουλανδρήδες, Εμπειρίκοι, Τσάκοι, Πορφυράτοι, Πολέμηδες, Φαφαλιοί, Λαιμοί, Χατζηιωάννου και λοιποί εκπρόσωποι της ελληνικής ναυτιλιακής κοινότητας του City στο Λονδίνο, λες και το ’χαν τάμα, προσκυνούσαν κάθε τόσο, απελευθερωμένοι από υποχρεώσεις, το ηφαιστειώδες πάλκο. Θεότρελες βραδιές γνώρισε το μαγαζί με τσιφτετελοζεϊμπέκικα, αναλόγως της πορείας της υγείας του Ανδρέα Παπανδρέου την εποχή που ο τότε πρωθυπουργός νοσηλευόταν στο Χέρφιλντ.

Από κοντά και οι έκπτωτοι γαλαζοαίματοι που αντί να στέκονται προσοχή στις παιανίζουσες μπάντες εθνικών παρελάσεων, παρηγορούνταν χοροπηδώντας πάνω στα τραπέζια με τον εκκωφαντικό κρότο από το σπάσιμο των πιάτων. Εκεί, στα εργένικα χρόνια του, στριφογύριζε χορεύοντας ο πρίγκιπας Νικόλαος. Στο ίδιο μαγαζί διοργάνωσε το 1995 το bachelor party του ο αδελφός του, πρίγκιπας Παύλος. Με καλεσμένους 45 Ευρωπαίους γαλαζοαίματους, ανάμεσα στους οποίους και ο εξάδελφός του, σημερινός βασιλιάς της Ισπανίας, Φελίπε. Απαντες εξ αυτών ψιθύρισαν στην είσοδο για να μπουν τον συνθηματικό κωδικό «μαλάκας». Κατανοητό. Και αφού πέρασαν ανώδυνα στα ενδότερα, πήγαν περίπατο πρωτόκολλα και καθωσπρεπισμοί. Σαν ένα τσούρμο από ατίθασα μπακούρια, σαλιάρισαν με τις τραγουδίστριες και στο ντελίριο του παροξυσμού τους έκαναν το μαγαζί λαμπόγυαλο. Γης μαδιάμ! Ούτε καρέκλα δεν έμεινε αλώβητη. Κανένα πρόβλημα.

«Σπάστε ό,τι θέλετε»

Το σλόγκαν του μαγαζιού ήταν «σπάστε ό,τι θέλετε, αρκεί να το πληρώσετε». Ενα βράδυ, στο τσακίρ κέφι οι καλομαθημένοι και εύποροι θαμώνες είχαν σπάσει και τον μεγάλο καθρέφτη πίσω από την ορχήστρα. Μετά από αυτό, το μαγαζί πρόσθεσε και ειδική ταρίφα στον κατάλογο: «Σπάσιμο καθρέφτη: τόσες λίρες», «Σπάσιμο πολυελαίου: τόσες λίρες», «Κατεδάφιση τοίχων: τόσες λίρες». Οταν το χρήμα προηγείται, όλες οι πόρτες ανοίγουν, έγραφε και ο εγχώριος δραματουργός Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Εν προκειμένω, έναντι καταβολής του κατάλληλου αντιτίμου από ξιπασμένους νεόπλουτους που άναβαν τα κουβανέζικα πούρα τους καίγοντας εικοσάλιρα, μέχρι και οι πόρτες γίνονται αποκαΐδια. «Σπάστε ό,τι θέλετε», έλεγε στο μικρόφωνο ο τραγουδιστής, «μπορείτε να πετάξετε και τα παπούτσια, το ξέρω ότι είναι πολύ ακριβά».

Η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο το μαγαζί γκρεμιζόταν και ξαναφτιαχνόταν μέσα σε ένα 24ωρο. Για να ακολουθήσουν την επομένη πάλι τα ίδια. Στην υπερδιέγερση του μερακλωμένου κοινού, ταπετσαρίες ξηλώνονταν, λινά τραπεζομάντιλα σκίζονταν, τραπέζια εκτοξεύονταν, καρέκλες υπερίπταντο, πιάτα καταιονίζονταν ορμητικά, μόνο χειροβομβίδες δεν έπεφταν μπροστά στους φλεγματικά άκαμπτους σερβιτόρους με τα λευκά σακάκια. Μια άλλη εκρηκτική νύχτα που έφερνε σε εμπόλεμο μακελειό, ο άτακτος γόνος επώνυμης ελληνικής επιχειρηματικής οικογένειας ξήλωσε όλα τα είδη υγιεινής από την τουαλέτα του μαγαζιού και τα πέταξε στην πίστα, με τον τραγουδιστή να άδει φορώντας κράνος. Οσα διαδραματίζονταν στο υποτιθέμενο επαρχιακό σκυλάδικο ονόματι «Βιετνάμ» στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Ολα είναι δρόμος», ωχριούσαν μπροστά σε όσα εξωφρενικά συνέβαιναν πραγματικά στο «Elysee» υπό το τέμπο του τραγουδιού «Εγώ το πλουσιόπαιδο».

Οι στίχοι του οποίου προσαρμόζονταν αναλόγως για το ξέσπασμα των κροίσων του εγχώριου τζετ σετ αλλά και της μαρίδας των φτωχοδιάβολων που συνωστίζονταν δημοκρατικά στο μαγαζί. Σε μια ανυποψίαστη φάση, ο μακαρίτης πια, ευτραφής εφοπλιστής Μανώλης «Μπλούης» Διακάκης, κορυφαίο τότε διοικητικό στέλεχος του Παναθηναϊκού και πασίγνωστος για τις πλάκες του, βγήκε έξω από το μαγαζί όπου γίνονταν έργα του δήμου και επέστρεψε με ένα κομπρεσέρ, με το οποίο ξήλωσε την πίστα. Τότε ο Χάρης Γαλανός, ο οποίος απεβίωσε από κορωνοϊό πέρυσι τον Δεκέμβριο στην Αθήνα, τραγουδούσε κάθε χάραμα από το 1982 έως το 1997 κλείνοντας το πρόγραμμα με το ανεπανάληπτο άσμα «Το ένα τ’ άλογο να είναι άσπρο όπως τα όνειρα που έκανα παιδί, το άλλο τ’ άλογο να είναι μαύρο, και πες στον χάροντα να πάει να γαμηθεί».

Μέχρι το επόμενο «δοξασμένο» σαματατζίδικο βράδυ. Αλλες εποχές. Στην κόψη ενός αισθητικού παράδοξου. Ολη την ημέρα ως τις 12 περίπου το βράδυ, το εστιατόριο λειτουργούσε με ποιοτική κομψότητα και μουσική φαγητού για την εκλεκτή πελατεία του, ενώ από τα μεσάνυχτα και μετά μεταμορφωνόταν σε βαβουριάρικο καμπαρέ με τη μορφή ετοιμόρροπου καραγκιόζ-μπερντέ. Εκείνα τα χρόνια το απολαυστικά ερεθιστικό στέκι ήταν σαν αντιδραστήρας χαοτικής ενέργειας, με παλλόμενο πυρήνα του τον ανοιχτόκαρδο, χιουμορίστα, ανυπερθέτως καλοντυμένο, έμφυτα ευγενικό συνιδιοκτήτη και ενίοτε, με το μοναδικό του μπρίο, σόουμαν του «Elysee». Δεν πέρασε βραδιά που να μη χόρευε ισορροπώντας ποτήρια στο κεφάλι του, ξεσηκώνοντας με τα περίτεχνα ακροβατικά του κόλπα τους πελάτες του.

Από την Κύπρο

Ο Γιώργος Καραγιώργης γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1929 στο Λευκόνοικο της επαρχίας Αμμοχώστου. Πατέρας του ήταν ο Κυριάκος, γεωργός και καρεκλοποιός, γνωστός ως μαστρο-Τζιατζιής, και μητέρα του η Μυροφόρα το γένος Καμιντζή. Ως πρωτότοκος αναγκάστηκε στην εφηβεία του να αφήσει το Γυμνάσιο για να δουλέψει στα κτήματα και να βοηθήσει την οικογένεια που είχε να θρέψει και τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του, τον Μιχάλη, τον Οδυσσέα, τη Λήδα και τη Νίκη. Εφυγε στα 22 του το 1951 από την υπό αποικιοκρατική αγγλοκρατία Κύπρο για να ταξιδέψει στην Αμερική μέσω Αγγλίας ύστερα από πρόσκληση του θείου του Πιερή Καραγιώργη που ζούσε στο Κολοράντο, αλλά οι Αγγλοι δεν του έδωσαν βίζα και τον Αύγουστο του 1954 γύρισε στη Μεγαλόνησο.

Στην πατρίδα ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον επόμενο Ιούλιο τη Μαρία το γένος Μπακαλούρη από το χωριό Οίκο της Μαραθούσας. Με περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές στην Κύπρο, ως νιόπαντρος επέστρεψε στην Αγγλία μαζί με τη σύζυγό του. Το ζευγάρι βολεύτηκε στο Κέντις Τάουν στο βορειοδυτικό Λονδίνο, λίγο έξω από το Κάμντεν και ο ίδιος έπιασε δουλειά στο αεροδρόμιο του Λονδίνου. Το εξαντλητικό ωράριο της χαμαλοδουλειάς, η μακρινή απόσταση από το σπίτι του και η επιθυμία του να φτιάξει κάτι δικό του επίσπευσαν την υλοποίηση του επαγγελματικού ονείρου του.

To «Elysee»

Δραστήριος, έξυπνος και γοητευτικός στην προσέγγιση με τους άλλους, αφού ανίχνευσε εξονυχιστικά την πιάτσα, στράφηκε για βοήθεια -πού αλλού;- στους μετανάστες συμπατριώτες του της παροικίας. Διαπραγματεύτηκε και συμφώνησε με την «Κυπριακή αδελφότητα» να νοικιάσει ένα τμήμα του υπογείου στο κτίριό της, ιδιοκτησίας της Αρχιεπισκοπής Κύπρου, στο βόρειο Λονδίνο. Αμέσως έτρεξε στο τυπογραφείο «Πυγμαλίων» των αδελφών Σπυρόπουλου και τύπωσε 10.000 φυλλάδια στα οποία κάτω από τον τίτλο «Cyprus club» συμπεριέλαβε το μενού -μεζέδες, μπίρες και ουίσκι- σε ανταγωνιστικές τιμές. Τα έστειλε σε όλους τους Ελληνες και Κύπριους, καθώς και σε όλους τους ελληνορθόδοξους ναούς του Λονδίνου. Ηταν μια πρωτοπόρα κίνηση για την εποχή, καθώς συνέδεε την εμπορική δραστηριότητα με τη στοχευμένη διαφήμιση.

Το μικρό εστιατόριο που έστησε και συμπλήρωσε με χορευτική μουσική τα πήγαινε καλά όταν έβαλε τον επόμενο στόχο του. Πέντε λεπτά απόσταση μακρύτερα από τη μικρή του επιχείρηση λειτουργούσε κοντά στο Γουέστ Εντ το σικ εστιατόριο «Elysee», στέκι μποέμ καλλιτεχνών και διανοουμένων. Το είχε εγκαινιάσει από το μακρινό 1936 ο θείος του Γιώργος Βαρνάβα, σύζυγος της αδελφής της μητέρας του Καραγιώργη, ο οποίος είχε διατελέσει στον Μεσοπόλεμο μετρ ντ’ οτέλ στο παγκοσμίου φήμης ξενοδοχείο «Σαβόι» στην όχθη του Τάμεση. Στις 31 Δεκεμβρίου του 1960, μαζί με τρεις συνεταίρους υπέγραψε συμβόλαιο εκμετάλλευσης μόνο του εστιατορίου του «Elysee». Παρά τη σκληρή δουλειά με τέσσερις συνιδιοκτήτες, το μαγαζί δεν απέφερε ικανοποιητικό μετρικό. Δύο χρόνια μετά ο Καραγιώργης αποφάσισε να το εξαγοράσει από τους συνεταίρους του. Πράγμα που έγινε. Στο εμπνευσμένο εγχείρημά του συνέβαλαν τα αδέλφια του, δημιουργώντας μαζί μια οικογενειακή επιχείρηση που θα πρόσφερε μια γευστική μεσογειακή εμπειρία.

Οι λειτουργικοί ρόλοι μοιράστηκαν αμέσως ανάμεσα στους αδελφούς Καραγιώργη. Τρία νεαρά, λεβέντικα, καλοντυμένα και χαμογελαστά ομορφόπαιδα βούτηξαν με όρεξη στη δουλειά. Ο Μιχαλάκης ανέλαβε την κουζίνα, ο σπουδαγμένος με πανεπιστημιακό πτυχίο Οδυσσέας το ταμείο, ο χαρισματικός στην επικοινωνία Γιώργος τις δημόσιες σχέσεις και τη μουσικοχορευτική επιμέλεια. Με ποιοτικό φαγητό και καινοτόμες ιδέες, όπως το να στέλνουν ταξί να μεταφέρει δωρεάν τους κοντινούς πελάτες στο εστιατόριο, το μαγαζί ξεκίνησε να προσελκύει  ξεχωριστή πελατεία. Δύο ωστόσο επισκέψεις φημισμένων πελατών στο διάστημα ενός μόλις μήνα έμελλαν να εκτοξεύσουν το «Elysee» στη στρατόσφαιρα της δημοσιότητας.

Το απόγευμα της 30ής Ιουλίου 1966 όλη η Αγγλία δονείται από άκρατο ενθουσιασμό. Στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου που διοργανώνει η χώρα, η εθνική ποδοσφαιρική της ομάδα κερδίζει με 4-2 στην παράταση τη Δυτική Γερμανία, κατακτά το τρόπαιο και το σηκώνει περήφανη μέσα στο Γουέμπλεϊ. Την ίδια βραδιά το επινίκιο δείπνο έχει προγραμματιστεί για τις 10 το βράδυ στο ξενοδοχείο «Ρόγιαλ Γκάρντεν» στο Κένσινγκτον. Λίγο πριν θρυλείται -και δεν έχει διαψευστεί- πως ο πρίγκιπας Φίλιππος, τακτικός θαμώνας του «Elysee», καλεί μερικούς παίκτες και πάνε παρέα για ένα μικρό θριαμβευτικό μπανκέτ, μπουφέ μετά κοκτέιλ δηλαδή, στο ελληνικό εστιατόριο της Φιτζρόβια. Το κύρος του μαγαζιού εξυψώνεται και επικυρώνεται η απογείωσή του σχεδόν έναν μήνα αργότερα.

Στις 6 Αυγούστου του 1966 ο 24χρονος, τότε, Αμερικανός πυγμάχος Μοχάμεντ Αλι αντιμετωπίζει στο Λονδίνο τον Αγγλο μποξέρ Μπράιαν Λόντον. Ο αγώνας ήταν προγραμματισμένος να διαρκέσει δεκαπέντε γύρους. Ολοκληρώνεται στον τρίτο γύρο καθώς ο Αλι ρίχνει στο καναβάτσο με συντριπτικό νοκντάουν τον αντίπαλό του. Το ίδιο βράδυ ο θρυλικός  βαρέων βαρών νικητής δειπνεί χαλαρά με τη συνοδεία του στο «Elysee». Σταδιακά το επισκέφτηκαν μέλη της μπάντας των Ρόλινγκ Στόουνς ύστερα από τη διακοπή της συναυλίας τους στην Αθήνα τον Απρίλιο του 1967, καθώς και εκείνα των Μπιτλς μετά το καλοκαιρινό ταξίδι τους στην Ελλάδα τον Ιούλιο του 1967.

Ο κινηματογραφικός σταρ Ομάρ Σαρίφ το έκανε μόνιμο στέκι του, ενώ κάθε Αμερικανός ηθοποιός που έφτανε για παραστάσεις ή γυρίσματα στο Λονδίνο ένιωθε την υποχρέωση να το επισκεφτεί. Το «Elysee» είχε υπερβεί πλέον τα σύνορα της έθνικ κουζίνας. Το δέλεάρ του ήταν οι υποδειγματικής ποιότητας ελληνικοί μεζέδες, ανάλαφροι και αφράτοι, που έμοιαζαν να προσγειώνονται σαν πούπουλα στα πιάτα. Και από πιάτα άλλο τίποτε. Στο εμβληματικό αυτό μαγαζί, στη γλεντζέδικη εικοσαετία του τέλους του περασμένου αιώνα υπολογίζεται ότι έγιναν θρύψαλα περισσότερα από μια ντουζίνα εκατομμύρια από αυτά.

Η νεότερη γενιά

Τα τελευταία χρόνια ο άνθρωπος που γλέντησε με γαλαζοαίματους, κουβέντιασε με πολιτικούς, αστειεύτηκε με καραβοκύρηδες, διασκέδασε με πάσης φύσεως διάσημους, χόρεψε με απλούς ανθρώπους, αφήνοντας σε όλους τις πιο όμορφες αναμνήσεις, ζούσε μαζί με τη σύντροφο μιας ολάκερης ζωής, τη σύζυγό του Μάρω, αφιερώνοντας όλη του την τρυφερότητα στα εγγόνια του. Με λευκά μαλλιά, παραπανίσια κιλά, σκαμμένες βαθιά στο πρόσωπό του τις ρυτίδες της εμπειρίας, αντανακλούσε εκείνη την εσωτερική ομορφιά των ευχαριστημένων ανθρώπων για όσα τους δίδαξε ο χρόνος.

Αφότου αποσύρθηκε μετά από μισό αιώνα από τις επάλξεις, παρέδωσε τη σκυτάλη της οικογενειακής κληρονομιάς στη νεότερη γενιά, στα ξαδέλφια Γκιγκς Καραγεώργη, Κυριάκο Παττίχη, Κέρι και Αλεξ Καραγιώργη. Το 2010 το «Elysee» υποβλήθηκε σε μια εντυπωσιακή ανακαίνιση, με τη διακόσμησή του εμπνευσμένη από τη δεκαετία του 1930, που παραπέμπει σε μια χαλαρωτική κομψότητα. Οι γήινοι χρωματικοί τόνοι του καφέ, της ώχρας και του κρεμ, σε ένα περιβάλλον που εμπλουτίζεται με φυσικά υλικά όπως ξύλο, δέρμα, μετάξι και φύλλα χρυσού, αναδεικνύουν αυτό το εστιατόριο-πραγματικό κόσμημα με έξτρα αναδιπλούμενης οροφής ταράτσα στην περιοχή του κεντρικού Λονδίνου.

Δεν λείπει φυσικά η ζωντανή ορχήστρα που ερμηνεύει τα δημοφιλή σουξέ στις κεφάτες ελληνικές βραδιές στο ισόγειο. Ωστόσο, είναι ο κομψός πολυέλαιος στην πριβέ τραπεζαρία που στολίζει τον πρώτο όροφο πάνω από το γεωργιανό τζάκι. Στολισμένος δημιουργικά από κατακερματισμένα κομμάτια πιάτων, αποπνέει ένα περίπλοκο παιχνίδι φωτός και σκιάς σε αρμονία με το πάθος, την αναστάτωση, την ιεροτελεστία και το ξέσπασμα του ελληνικού γλεντιού. Για όσους πιστεύουν στη μεταφυσική, εκεί ψηλά φωλιάζει και η μνήμη του «Elysee» Γιώργου Καραγεώργη, ενός αρχοντάνθρωπου με την αρχαιοελληνική έννοια του όρου, ωραίου στο σώμα και στην ψυχή.