PHOTO: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο γνώριμος ήχος υποδέχεται τον Καραγκιόζη στο θέατρο σκιών και ξεκινά να ξεδιπλώνεται η αληθινή, λαϊκή παράδοση, μπροστά στα μάτια μικρών και μεγάλων. Πίσω στη σκιά, ο καραγκιοζοπαίχτης δημιουργεί το δικό του «φως». Με κωμικές ιστορίες και εύστοχους διαλόγους, παρουσιάζει τον αληθινό κόσμο και υπηρετεί με μεράκι την πολύπλοκη αυτή λαϊκή τέχνη. Οι καραγκιοζοπαίχτες της Θεσσαλονίκης είναι λίγοι σε αριθμό -μόλις έξι- αλλά γνήσιοι υπηρέτες της τέχνης τους. Πρόκειται για επαγγελματίες που δεν είναι μόνο ταλαντούχοι καλλιτέχνες, αλλά άνθρωποι που «αγγίζουν» τον παλμό της εποχής και με αριστοτεχνικό τρόπο, μεταλαμπαδεύουν στις νέες γενιές, την ιστορία και την παράδοση κάθε τόπου.

Οκαραγκιοζοπαίχτης Δημήτρης Καρόγλου, μιλώντας στο Αθηναϊκό/ Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, εξηγεί πώς καταφέρνει να κερδίσει το ενδιαφέρον των παιδιών, στην εποχή του διαδικτύου και των ηλεκτρονικών παιχνιδιών. «Κατά κάποιον τρόπο, ο Καραγκιόζης είναι κομμάτι της κουλτούρας μας κι έτσι τα παιδιά έστω κι αν δεν έχουν ξαναδεί ποτέ πριν θέατρο σκιών, περιμένουν ότι θα δουν κάτι ευχάριστο και θα διασκεδάσουν», επισημαίνει και διευκρινίζει πως, «βέβαια, εξαρτάται και από την ηλικία των παιδιών, από 9 χρονών και πάνω -προεφηβεία και εφηβεία- το θεωρούν πολύ παιδικό θέαμα. Εγώ από μέρους μου, προσπαθώ να προσαρμοστώ με τη σημερινή πραγματικότητα. Οι διάλογοι που έχω στις παραστάσεις, είναι σύντομοι, τα αστεία και οι σκηνές εναλλάσσονται όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, για να έχει η παράσταση έναν πιο γρήγορο ρυθμό, προσαρμοσμένο στη νέα εποχή».

Προσφυγόπουλο έμαθε ελληνικά μέσα από τις παραστάσεις του Καραγκιόζη

«Ένα άλλο που θυμάμαι, που μού είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση, ήταν όταν είχα παρουσιάσει μια παράσταση Καραγκιόζη στη Γαλλία, τα παιδιά εκεί -γαλλόφωνα προφανώς- είχαν ακριβώς τις ίδιες αντιδράσεις στα αστεία του Καραγκιόζη, όπως και τα παιδιά εδώ στην Ελλάδα. Όμως, η πιο ιδιαίτερη στιγμή, ήταν όταν μια νηπιαγωγός μού είχε πει πως είχε ένα παιδάκι που ήταν προσφυγάκι και δεν μιλούσε καθόλου ελληνικά, με συνέπεια να είναι απομονωμένο από τα υπόλοιπα παιδάκια. Είχε τύχει να δει παράστασή μας, τού άρεσε κι ενθουσιάστηκε με τον Καραγκιόζη. Έμαθε ελληνικά βλέποντας συνεχώς βιντεάκια με τον Καραγκιόζη, έφτιαξε τις φιγούρες του, τη σκηνή του και άρχισε να παίζει παραστάσεις στους συμμαθητές του. Με αυτό τον τρόπο εντάχθηκε στην ομάδα μέσω του Καραγκιόζη», αναφέρει συγκινημένος.

Όπως οι περισσότεροι επαγγελματίες που ασχολούνται με το θέατρο σκιών, ο Δημήτρης Καρόγλου κατασκευάζει τις φιγούρες κυρίως από διαφανές πλαστικό που κόβει και ζωγραφίζει. Ο Καραγκιόζης, γι‘ αυτόν, είναι μια παραδοσιακή τέχνη, που όπως όλες οι παραδοσιακές τέχνες, που μεταφέρονταν από δάσκαλο σε μαθητή, προφορικά και στην πράξη. Κάπως έτσι έμαθε κι αυτός, έκατσε δίπλα στον δάσκαλο του, σαν βοηθός και τού έδειξε διάφορες πλευρές της τέχνης, μεταξύ άλλων και το πώς να κατασκευάζει τις φιγούρες.

Το πάθος του για το Καραγκιόζη μοιράστηκε με το ΑΠΕ-ΜΠΕ και ο Οδυσσέας Κανλής. «Πιστεύω πως είμαι από τους τυχερούς ανθρώπους! Την παιδική μου τρέλα, το παιδικό μου παιχνίδι τα έκανα επάγγελμα. Ξεκίνησα να ασχολούμαι από πολύ μικρή ηλικία με τον Καραγκιόζη. Έφτιαχνα φιγούρες, έπαιζα ερασιτεχνικές παραστάσεις στην γειτονιά, παρακολουθούσα, βοηθούσα και μαθήτευα την τέχνη δίπλα στους λίγους καραγκιοζοπαίχτες της Θεσσαλονίκης. Δυστυχώς λιγοστοί ακόμα είναι στην πόλη. Έξι στην Θεσσαλονίκη και γύρω στους πενήντα στης υπόλοιπες πόλεις της Ελλάδας. Λίγοι αλλά με πάθος, ζήλο και αγάπη για την τέχνη μας» τονίζει με περισσή περηφάνια», τονίζει.

Με δυσκολίες αλλά και δημιουργικότητα αντιμετώπισαν την καραντίνα

Η περίοδος απαγόρευσης της κυκλοφορίας και της τήρησης των μέτρων για τη μη διάδοση της πανδημίας, ήταν μια πολύ δύσκολη κατάσταση και για τους περισσότερους καραγκιοζοπαίχτες. «Η αβεβαιότητα για το μέλλον (επαγγελματικά και προσωπικά) σε συνδυασμό με την απομόνωση, με δυσκόλεψαν αρκετά. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της καραντίνας, είχα μια άρνηση, δεν ήθελα να ασχοληθώ με οτιδήποτε σχετικό με τη δουλειά. Δεν ανέβασα καθόλου βίντεο στο διαδίκτυο, δεν έφτιαξα καμία φιγούρα, δεν κατασκεύασα, δεν επιδιόρθωσα τίποτα. Όταν ξανάνοιξε η αγορά, με την ίδια άρνηση ξεκίνησα να ασχολούμαι. Βέβαια την πρώτη παράσταση που έδωσα μετά την καραντίνα, τη διασκέδασα, ήμουν κατενθουσιασμένος και κατάλαβα ότι μου είχε λείψει πολύ το να παίζω», εκμυστηρεύεται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Καρόγλου.

Αντίθετα, για τον Οδυσσέα Κανλή ήταν μία πολύ δημιουργική περίοδος. «Όχι μόνο κατασκεύασα νέες φιγούρες και σκηνικά, όχι μόνο τακτοποίησα το αρχείο και τα εργαλεία μου πάνω στο είδος, αλλά έγραψα και νέο έργο, το οποίο το παρουσίασα στην καλοκαιρινή μου περιοδεία του 2020 με μεγάλη επιτυχία, «Τα γενέθλια του Καραγκιόζη». Έλαβα το ενδιαφέρον των μικρών μας θεατών να παρακολουθήσουν μια νέα παράσταση έστω και διαδικτυακά. Ωραίο συναίσθημα! Μέσα στον κόσμο της γρήγορης εικόνας και πλοκής, στης μέρες των social και της υπερπληροφόρησης, ο Καραγκιόζης αγαπιέται και μέσω διαδικτύου», διευκρινίζει ο κ. Κανλής και περιγράφει: «Έδωσα και εγώ κάποιες παραστάσεις διαδικτυακά, χωρίς βέβαια να ακούω το κοινό μου. Πρωτόγνωρα πράγματα. Δόξα τον Θεό, οι ανοιχτές παραστάσεις σε καλοκαιρινά θέατρα ξεκίνησαν από το περασμένο καλοκαίρι και πήραμε έμπρακτα τον ρυθμό το χαμόγελο και το χειροκρότημα του κόσμου. Άλλη χάρη έχει η ζωντανή παράσταση και για το κοινό και για τον παίχτη. Επικοινωνούν αυτοί οι δύο, από την στιγμή που ανάβουν τα φώτα του μπερντέ».

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δημήτρης Καρόγλου, μία από τις πιο αγαπημένες στιγμές του, ως καραγκιοζοπαίχτης, ήταν το αίσθημα ολοκλήρωσης και ευχαρίστησης που ένιωσε μετά την πρώτη παράσταση που παρουσίασε όταν έληξε η «καραντίνα». Από την πλευρά του, ο κ. Κανλής, εύχεται σε όλους τους συναδέλφους του, μιας και φόρτισαν τις μπαταρίες δημιουργίας τους μήνες του εγκλεισμού, «οι επόμενες παραστάσεις όλων, να είναι περιεκτικές σε σενάριο και δράση, πιο λαμπερές σε φιγούρες σκηνικά και εφέ και πάντα, από εδώ και στο εξής, να έχουμε την καλύτερη αμοιβή. Το ζωντανό χειροκρότημα από το κοινό μας».