Συρία, 2013. Eίχε προηγηθεί η απαγωγή του Μοχάμεντ, ορθοπεδικού των Γιατρών Χωρίς Σύνορα μέσα από το νοσοκομείο. Συνεχείς βομβαρδισμοί ακόμη και στα 3,5 χιλιόμετρα από το νοσοκομείο με δεκάδες τραυματίες. Ο χειρουργός των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, Δημήτρης Γιαννούσης, βρισκόταν εκεί. «Ένα βράδυ ακούσαμε μια τεράστια έκρηξη πολύ κοντά σε εμάς, χτύπημα με πύραυλο. Γύρω μας η περιοχή γεμάτη θραύσματα. Ευτυχώς από την ομάδα δεν τραυματίστηκε κανένας. Δυο μέρες μετά ενώ είχαμε μείνει μόνο πέντε άτομα, έρχεται μία δεύτερη επίθεση στα 800 μέτρα. Όλα πια έδειχναν πως είχαμε γίνει στόχος. Παράξενα συναισθήματα, παγωμάρα, προσπάθεια για λογικές σκέψεις, προσπάθεια να μην μισήσεις αυτούς που πατάνε το κουμπί».

Οι δομές υγείας γίνονται διαρκώς στόχοι στο πεδίο της μάχης, με αποτέλεσμα να χάνουν τη ζωή τους ασθενείς, γιατροί και νοσηλευτές. Από το 2015, 23 εργαζόμενοι των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχουν χάσει τη ζωή τους σε εννέα περιστατικά, που περιλάμβαναν εισβολές σε νοσοκομεία και βομβαρδισμούς. Τα τελευταία έξι χρόνια, έχουν χάσει τη ζωή τους εργαζόμενοι στο Αφγανιστάν, το Νότιο Σουδάν, τη Συρία, την Υεμένη, τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και την Κεντροαφρικανική Δημοκρατία.

Οι Έλληνες που χειρουργούν ανάμεσα σε βόμβες
Ο Δημήτρης Γιαννούσης.

Όχι μόνο στρατιωτικές επιθέσεις

Ωστόσο, οι επιθέσεις στην υγεία δεν γίνονται μόνο από στρατιωτικές δυνάμεις. Συχνά οι εργαζόμενοι υγείας και οι άμαχοι γίνονται θύματα τυφλής βίας από ένοπλες ομάδες.

Πολλές φορές τα τελευταία χρόνια οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα αναγκάστηκαν να σταματήσουν την παροχή ιατρικής φροντίδας και απέσυραν τις ομάδες τους σε διάφορες χώρες εξαιτίας των εισβολών υπό την απειλή όπλων στα νοσοκομεία. Τον Δεκέμβριο του 2020, έπειτα από μια σειρά βίαιων περιστατικών τερμάτισαν τις δράσεις τους στην επαρχία Φίζι, στη βορειοανατολική Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό.

Το 2017 στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, άνθρωποι που αναζητούσαν καταφύγιο στο νοσοκομείο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο Μπατανγκάφο για να γλιτώσουν από τη βία μέσα στην κοινότητα δέχθηκαν επίθεση από ενόπλους. Σε ένα άλλο συμβάν στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, ένα βρέφος σκοτώθηκε από σφαίρα στην αγκαλιά της μητέρας του μπροστά σε εργαζομένους των Γιατρών Χωρίς Σύνορα, ενώ η μητέρα του αναζητούσε καταφύγιο στο νοσοκομείο στο Ζέμιο.

Οι Έλληνες που χειρουργούν ανάμεσα σε βόμβες
Ο Τίμος Χαλιαμάλιας στο Νότιο Σουδάν.

Mία τέτοια εισβολή ενόπλων σε δομή υγείας έχει ζήσει και ο Τίμος Χαλιαμάλιας, νοσηλευτής και πρόεδρος των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στην αποστολή του στο Νότιο Σουδάν το 2015.

«Η έκρηξη βίας και η έναρξη συμπλοκών έξω από το νοσοκομείο στον καταυλισμό των εκτοπισμένων πληθυσμών στο Νότιο Σουδάν είναι μια κατάσταση χαραγμένη για πάντα στο μυαλό μου. Η ομάδα (γιατροί και νοσηλευτές) βρίσκεται στο νοσοκομείο, για τη συνέχιση της φροντίδας των ασθενών μας. Η κατάσταση δυναμιτίζεται από την παρουσία ενόπλων δυνάμεων και ξεφεύγει από τον έλεγχο. Πυροβολισμοί, αέρια περικυκλώνουν το νοσοκομείο κι ο φόβος με πλησιάζει. Όμως, η επιτακτική ανάγκη να προστατεύσουμε τους ασθενείς μας, τα παιδιά που νοσηλεύονται αντιμάχεται κι υπερνικά τον φόβο. Άμεσα παίρνουμε αγκαλιά τα μικρά παιδιά και βοηθάμε τους μεγαλύτερους να μας ακολουθήσουν στο πίσω μέρος του νοσοκομείου (μιας μεγάλης τέντας), για να είμαστε πιο ασφαλείς. Γρήγορα αναζητούμε τρόπους για να προστατευθούμε από τα αέρια που μας έχουν περικυκλώσει (χρήση διαλυμάτων γλυκόζης, πανιά για το πρόσωπο), ενώ παραμένουμε στο έδαφος, μιας κι ακούγονται ακόμα πυροβολισμοί. Η κατάσταση ομαλοποιείται και τραυματίες από τις συμπλοκές φθάνουν κι αρχίζουμε άμεσα την περιποίηση των τραυμάτων τους. Η μέρα τελειώνει και η ομάδα επιστρέφει στη βάση της. Συζητάμε για όλα όσα είχαν συμβεί ώρες νωρίτερα και είναι σίγουρο ότι ο φόβος όλων τις δύσκολες στιγμές είχε νικηθεί από την ανάγκη παροχής βοήθειας στην υπόλοιπη ομάδα, όπου ομάδα είναι και οι ασθενείς μας και οι συνάδελφοί μας».

Ένοπλοι, επίσης, έχουν σταματήσει ασθενοφόρα στον δρόμο και απειλώντας με όπλα τους εργαζομένους έχουν βγάλει τον ασθενή από το ασθενοφόρο, στερώντας του την ιατρική φροντίδα. Τον Ιανουάριο του 2021, ένα ασθενοφόρο των Γιατρών Χωρίς Σύνορα με ευδιάκριτη σήμανση το οποίο μετέφερε ασθενείς από το Ντουέντζα στο Σεβαρέ στο κεντρικό Μάλι, δέχθηκε επίθεση από μια ομάδα ενόπλων. Το ασθενοφόρο και οι επιβαίνοντες –οι ασθενείς, ο οδηγός και το ιατρικό προσωπικό– κρατήθηκαν για πολλές ώρες, με αποτέλεσμα να πεθάνει ένας από τους ασθενείς.

Οι Έλληνες που χειρουργούν ανάμεσα σε βόμβες
Ο Νικόλας Παπαχρυσοστόμου.

Ο Νικόλας Παπαχρυσοστόμου που βρέθηκε το 2019 στο Καμερούν, ως επικεφαλής της αποστολής των Γιατρών Χωρίς Σύνορα έχει μία παρόμοια εμπειρία. «Είχα λάβει μια κλήση προκειμένου να στείλω ένα ασθενοφόρο μας για να παραλάβει έναν νεαρό που έχει δεχθεί σφαίρα στο στήθος, καθημερινή υπόθεση στην περιοχή μας. Δεν ρώτησα αν ήταν αντάρτης, αγρότης, πλούσιος ή φτωχός. Δεν ρώτησα αν ήταν οπλισμένος ή αν πυροβολήθηκε ανυποψίαστος από αδέσποτη σφαίρα. Όποιος κι αν ήταν, μετά τον πυροβολισμό του ήταν σίγουρα ένας πληγωμένος άνθρωπος που είχε το δικαίωμα να μεταφερθεί στο νοσοκομείο στην ευάλωτη κατάσταση που βρισκόταν. Είναι το γνωστό δικαίωμα όλων στην πρόσβαση σε ιατρική φροντίδα.

Ο άνδρας αυτός δεν έφθασε στο νοσοκομείο παρά πολλές ώρες μετά την παραλαβή του γιατί το ασθενοφόρο μας κατασχέθηκε από τη χωροφυλακή που μας κατηγόρησε ότι προσπαθούμε να σώσουμε έναν αντάρτη και άρα υποστηρίζουμε την εξέγερση και άρα λειτουργούμε εγκληματικά κατά της πολιτείας. Ο άνδρας αυτός υπέστη σοβαρή κακοποίηση καθ’όλη τη διάρκεια της παράνομης κράτησης του ασθενοφόρου. Οι στρατιώτες τον χτυπούσαν συνεχώς με ένα πλαστικό μπιτόνι βενζίνης στο στήθος εκεί όπου ήταν το ανοικτό τραύμα του, ουρλιάζοντάς του να ομολογήσει ότι ήταν αντάρτης. Αντί να βρίσκεται στο νοσοκομείο ο άνδρας αυτός πέρασε ώρες στο αρχηγείο της χωροφυλακής, όπου το μαρτύριό του συνεχιζόταν ατέρμονα. Κι αν τελικά κατέληξε στο νοσοκομείο σε μια τελευταία «υποχώρηση» των αρχών μετά από έντονες διαπραγματεύσεις που είχα με τον διοικητή της χωροφυλακής, περιφρουρήθηκε κατά παράβαση κάθε ανθρωπιστικού νόμου κατά τη διάρκεια της επέμβασης στην οποία υπεβλήθη και λίγες μέρες μετά «εξαφανίσθηκε» από το νοσοκομείο.

Ο οδηγός μας και η νοσηλεύτριά μας παρέδωσαν τηλέφωνα και ταυτότητες, ανακρίθηκαν επί ώρες, απειλήθηκαν, και τους αρνήθηκαν κάθε επικοινωνία μαζί μας, προκειμένου να τους εκφοβίσουν και να τους απομονώσουν για να αποσπάσουν μαρτυρίες ανυπόστατες υπό την απειλή της βίας. Όταν τους συνάντησα επιτέλους ήταν και οι δύο ωχροί, τρομοκρατημένοι όχι μόνο γι’ αυτό που είχε συμβεί αλλά και για το τι θα συνέβαινε από δω και πέρα σε αυτούς και στις οικογένειές τους.

Από εκείνη τη στιγμή, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα στιγματιστήκαμε: τα ασθενοφόρα μας ανακόπτονταν και οι επιβαίνοντας ανακρίνονταν παντού, η πρόσβασή μας σε ασθενείς περιοριζόταν κατά βούληση, οι οδηγοί και οι νοσηλευτές μας ζούσαν με την αγωνία για το αν θα επέστρεφαν ή όχι κάθε φορά μετά από μια αποστολή ασθενοφόρου και απειλούνταν συνεχώς. Αργότερα είχαμε περιστατικά κατά τα οποία μέχρι και πυροβολισμοί διατάχθηκαν κατά ασθενοφόρου. Τέλος ξεκίνησαν εμπρησμοί νοσοκομείων και εκκενώσεις ασθενών».