Υπό αστυνομική παρακολούθηση από τις εσωτερικές δυνάμεις ασφάλειας τέθηκε η Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD), με την υποψία του δεξιού εξτρεμισμού, μεταδίδουν τα γερμανικά ΜΜΕ. Την πληροφορία αρνήθηκε πριν από λίγο να σχολιάσει ο εκπρόσωπος του του υπουργείου Εσωτερικών Στιβ ‚Αλτερ, «από σεβασμό στην διαδικασία», η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία για την Προστασία του Συντάγματος (BfV) έχει χαρακτηρίσει το σύνολο του κόμματος «ύποπτη περίπτωση» δεξιού εξτρεμισμού, γεγονός το οποίο επιτρέπει στις υπηρεσίες να εντείνουν την επιτήρηση της ΑfD, ακόμη και να παρακολουθήσουν τις επικοινωνίες συγκεκριμένων μελών του κόμματος και να προσλάβουν «εσωτερικούς πληροφοριοδότες».

Η οργάνωση νεολαίας της AfD έχει εδώ και καιρό χαρακτηριστεί «ύποπτη περίπτωση» και το κόμμα βρίσκεται υπό παρακολούθηση σε τέσσερα ομόσπονδα κρατίδια. Ενόψει των ομοσπονδιακών εκλογών του Σεπτεμβρίου, η ηγεσία της AfD κατέβαλε το προηγούμενο διάστημα προσπάθεια να αποτρέψει την συνολική παρακολούθηση, καταθέτοντας μηνύσεις κατά της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος. 

Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με το περιοδικό Der Spiegel, η BfV δεν θα παρακολουθεί εκλεγμένα μέλη του ομοσπονδιακού και των τοπικών Κοινοβουλίων, καθώς και της Ευρωβουλής, αλλά και τους υποψηφίους στις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτεμβρίου.

Από την πλευρά της η BfV δεν έχει επιβεβαιώσει την απόφαση για παρακολούθηση του κόμματος, ωστόσο η Sueddeutsche Zeitung μεταδίδει ότι ο Πρόεδρος της Υπηρεσίας, μιλώντας νωρίτερα σήμερα στους επικεφαλής των τοπικών τμημάτων των υπηρεσιών εσωτερικής ασφάλειας, δήλωσε ότι η AfD παρακολουθείται ως «ύποπτη περίπτωση» από τις 25 Φεβρουαρίου, με αφορμή την έκθεση 1000 σελίδων που συντάχθηκε από δικηγόρους και ειδικούς σε θέματα ακροδεξιάς. 

Υπό παρακολούθηση βρισκόταν ήδη από το 2019 το πιο ακραίο τμήμα του κόμματος, η «Πτέρυγα», η οποία θεωρητικά διαλύθηκε με απόφαση της ηγεσίας της AfD, όταν χαρακτηρίστηκε ως «αποδεδειγμένα εξτρεμιστική οργάνωση». Η  ΒfV όμως διαπίστωσε, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ότι τα πρώην μέλη της συνέχιζαν τη δράση τους και αποκτούσαν διαρκώς αυξανόμενη επιρροή εντός του κόμματος.