Πριν από 150 χρόνια, στις 18 Ιανουαρίου 1871, ιδρύθηκε η ενιαία Γερμανία με τη “στέψη” του Κάιζερ στην Αίθουσα των Κατόπτρων, στις Βερσαλλίες. Μία καθοριστική ημερομηνία για τη νεότερη ιστορία της Ευρώπης.

Πριν από 150 χρόνια μία νέα ευρωπαϊκή δύναμη, η Γερμανία, εμφανίζεται στον χάρτη. Αλλά όχι αναίμακτα. Ο “σιδηρούς καγκελάριος” Όττο φον Μπίσμαρκ έπρεπε να βγει νικητής σε τρεις πολέμους απέναντι στη Δανία, την Αυστρία και τη Γαλλία, για να υλοποιήσει τα σχέδιά του.  Η στέψη του Γερμανού Κάιζερ έγινε στις 18 Ιανουαρίου 1871 στις Βερσαλλίες, στην Αίθουσα των Κατόπτρων. Η τοποθεσία δεν ήταν τυχαία, καθώς συμβόλιζε το μεγαλείο της Γαλλίας και τους παλαιότερους θριάμβους επί των γερμανικών κρατιδίων. Όλα αυτά συγκαθόρισαν το μέλλον της Γερμανίας, αλλά και της Ευρώπης, όπως επισημαίνει η Γαλλίδα ιστορικός Ελέν Μιάρ-Ντελακρουά, μιλώντας στη Γερμανική Ραδιοφωνία (DLF).

“Η ανακήρυξη γερμανικού εθνικού κράτους στα συμφραζόμενα ενός γαλλο-γερμανικού πολέμου ήταν από μόνη της μία συμβολική πράξη επίθεσης για τους Γάλλους, ήταν μία ταπείνωση μεγαλύτερη ακόμη από τη στρατιωτική ήττα καθεαυτή”, επισημαίνει η Γαλλίδα ιστορικός. “Για τους Γερμανούς, από την άλλη πλευρά, ήταν μία εκδίκηση για την καταστροφή του Παλατινάτου, η οποία μάλιστα απεικονίζεται στην Αίθουσα των Κατόπτρων. Θα λέγαμε ότι αυτή είναι η αρχή μίας ιστορικής βεντέτας ανάμεσα στις δύο χώρες…”

Αποζημιώσεις και ηγεμονία της Πρωσίας

Για την Ελέν Μιάρ-Ντελακρουά η βεντέτα είχε και συνέχεια, καθώς η Πρωσία του Μπίσμαρκ φάνηκε να διεκδικεί όχι μόνο τη γεωπολιτική, αλλά και την οικονομική ηγεμονία στην Ευρώπη, θεμελιώνοντας στα τέλη του 19ου αιώνα ένα “οικονομικό θαύμα” με “μαγιά” τις πολεμικές αποζημιώσεις που πλήρωσαν οι Γάλλοι για τον πόλεμο του 1871. Υπήρχε όμως κάποια εναλλακτική λύση σε όλα αυτά; Θεωρητικά ναι, υποστηρίζει η Γαλλίδα ιστορικός: “Το ζήτημα του εθνικού κράτους στη Γερμανία είχε ήδη τεθεί στην Επανάσταση του 1848 και θα μπορούσε μεν να επιλυθεί, αλλά με τρόπο που δεν θα άρεσε στον μονάρχη της Πρωσίας. Θα μπορούσε δηλαδή να ιδρυθεί ένα γερμανικό εθνικό κράτος από κοινού με την Αυστρία, κάτι περίπλοκο βέβαια, γιατί η Αυστρία θα έπρεπε να αποχωριστεί τις μη γερμανόφωνες κτήσεις της…”

Τελικά, το 1871 ιδρύθηκε μία Γερμανία με πρωσική σφραγίδα, ενώ η Αυστρία παραδόθηκε στην ιστορική παρακμή. Από κει και πέρα ο Α’ Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν σχεδόν “προγραμματισμένος”, υποστηρίζει η Ελέν Μιάρ-Ντελακρουά: “Πάντοτε υπήρχε στην Ευρώπη ο ανταγωνισμός επιρροής της Γαλλίας, της Αγγλίας και άλλων δυνάμεων, αλλά αυτή τη φορά τίθεται το ζήτημα της πρωτοκαθεδρίας. Το είχε θέσει βέβαια και ο Ναπολέων, στις αρχές του 19ου αιώνα. Αλλά τώρα, στα τέλη του αιώνα, το ερώτημα τίθεται με κριτήρια κοινωνικού δαρβινισμού. Σε όλες τις χώρες εκδηλώνεται ένας εθνικισμός με ηθικό πρόσχημα, με την εμμονή ότι ένας αγώνας επιβίωσης δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην υποταγή του γείτονα. Και η Πρωσία είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από αυτόν τον τρόπο σκέψης”.  

Η πρόσληψη της κοινής ιστορίας

Οι Γάλλοι πήραν εκδίκηση στο τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, φέρνοντας τους Γερμανούς να υπογράψουν Συνθήκη Ειρήνης στις Βερσαλλίες, στην ίδια εκείνη Αίθουσα των Κατόπτρων που είχαν εορτάσει τη στέψη του Κάιζερ (και να καταβάλουν αποζημιώσεις, βεβαίως). Σήμερα θεωρείται ξεπερασμένη η “προαιώνια” έχθρα Γαλλίας και Γερμανίας. Αλλά πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε την κοινή ιστορική κληρονομιά; “Πρώτα απ’ όλα πρέπει να αναλογιστούμε ποια ήταν η δική μας ερμηνεία των γεγονότων και μετά, κατ΄αντιπαράσταση, ποια ήταν η ερμηνεία των άλλων. Όχι να απωθήσουμε τα γεγονότα και να υποκρινόμαστε ότι πάντα είμαστε φίλοι, αλλά να συνειδητοποιήσουμε την ένταση της αντιπαράθεσης στο παρελθόν, για να διαμορφώσουμε ένα κοινό παρόν και μέλλον”, λέει η Γαλλίδα ιστορικός Ελέν Μιάρ-Ντελακρουά.