Ήταν εκείνη η εποχή που ήσουν ελεύθερος. Κανένας φόβος για το μέλλον, κανένα άγχος. Η ζωή ήταν συναρπαστική, γεμάτη προσδοκίες, δυνατότητες. Ήταν η εποχή της απόλυτης ξεγνοιασιάς.

Του i-γιαννιού

ηεποχή που η γειτονιά μαζευόταν στο δρόμο, εμείς τα παιδιά που παίζαμε, οι φωτιές που άναβαν οι μεγάλοι, η αγωνία κάθε φορά πριν πηδήξεις τη φωτιά και ο θρίαμβος, κάθε φορά που την πηδούσες. Αργότερα, η γειτονιά χάθηκε. Έφυγαν οι άνθρωποι, ήρθαν άλλοι, οι μονοκατοικίες γκρεμίστηκαν, χτίστηκαν πολυκατοικίες, μεγαλώσαμε. Το έθιμο άρχισε και αυτό να ξεφτίζει σιγά σιγά, μέχρι που έσβησε τελείως. Δεν υπήρχε κανείς να ανάψει τη φωτιά και δεν υπήρχε κανείς να περάσει από πάνω. Συμπτωματικά (ή όχι) τελείωσε τότε και η εποχή της απόλυτης ξεγνοιασιάς. Θα πρέπει να ήμουν εννέα ή δέκα ετών.

Το event στο facebook έγραφε, αναβίωση του εθίμου του Α’ι’- Γιάννη. Κάτι σκίρτησε μέσα μου. Ένιωσα πάλι εκείνη τη λαχτάρα, την παιδική προσμονή. Πήρα το ποδήλατό μου και κατέβηκα στην πλατεία. Στη μέση της πλατείας είχανε στήσει μια ορχήστρα. Κάποιος τύπος τραγουδούσε λυπητερά Μπιθικώτση. Γύρω γύρω, σε δυο -τρία στρατηγικά σημεία, είχανε στήσει πλαστικά τραπέζια και πλαστικά τραπεζομάντηλα. Γύρω από τα τραπέζια το συνηθισμένο στριμωξίδι για τζάμπα μπίρα και φαγητό. Και λίγο παραπέρα, γύρω από ένα μικρό κύκλο, είχαν μαζευτεί καμιά πενηνταριά άτομα. Έμοιαζαν με εκείνα τα γκρουπ από τουρίστες που επισκέπτονται την Ακρόπολη. Μικρές ψηφιακές κάμερες, κάμερες ημιεπαγγελματικές, κινητά προηγούμενης γενιάς, σμαρτφόνια, άι-φόνια, ακόμη και ένας τύπος με τάμπλετ. Καθένας είχε και από κάτι. Πλησιάζοντας, το είδα. Στη μέση του κύκλου είχαν ανάψει μια φωτιά. Περισσότερο με παρωδία φωτιάς έμοιαζε, δηλαδή. Είχε και μερικά παιδάκια που περνούσαν από πάνω, που και που. Χαρούμενη ατμόσφαιρα, δεν λέω. Οι περισσότεροι έδειχναν συνεπαρμένοι ή έστω χαρούμενοι με το όλο θέαμα. Αλλά εμένα μου φάνηκε θλιβερό. Ήταν όλοι τόσο απασχολημένοι να καταγράψουν τη σκηνή, που είχαν ξεχάσει ότι τη ζούσαν. Αυτό που συνέβαινε live, εδώ και τώρα, είχε γίνει αναπαράσταση, αναμετάδοση. Η εμπειρία ήταν εδώ αλλά οι άνθρωποι τη ζούσαν μέσα από τις οθόνες τους σε live streaming.

Όταν πηδούσαμε φωτιές, κανείς δεν είχε στο μυαλό του να τραβήξει φωτογραφίες. Κρίμα, θα μου πείτε. Θα της σκανάραμε από το οικογενειακό άλμπουμ να τις ανεβάσουμε στο facebook τώρα. Αλλά ήμασταν απασχολημένοι να το ζήσουμε, βλέπετε. Δεν ήταν κάποιο θέαμα εξωτικό ή μουσειακό, μια αναπαράσταση του παρελθόντος. Ήταν κάτι που απλώς συνέβαινε. Πέρασα μια φορά από τη φωτιά, έτσι για το έθιμο και έφυγα. (Πιθανότατα η στιγμή θα έχει καταγραφεί ως μερικά MB ψηφιακής πληροφορίας στο κινητό κάποιου.) Θυμήθηκα τα λόγια του Ηράκλειτου, ότι δεν μπορείς να διασχίσεις ξανά το ίδιο ποτάμι. Είχε δίκιο, γαμώτο.