Μια καλοκουρδισμένη γερμανική μηχανή μπολιασμένη με ελληνική – ποντιακή – ψυχή κέρδισε τους γευστικούς κάλυκες των απαιτητικών πελατών της εστίασης, στη Στουτγάρδη. Ο Ιωακείμ Κοχλιαρίδης συνδύασε την ποιότητα με την καλοπέραση του πελάτη του, την ευγένεια με την εξυπηρέτηση πολυτελείας και ανέδειξε μαζί με τους συνεργάτες του το Joe Penas σε σημείο αναφοράς για τους καλοφαγάδες, αλλά και τους λάτρεις των κοκτέιλ!

Όμως, στη διαδρομή της ζωής του κατάφερε να κερδίσει κάτι πολύ πιο σημαντικό, την καρδιά του. Στάθηκε όρθιος έπειτα από μια σοβαρή περιπέτεια της υγείας του και τα λόγια του είναι ωδή προς την οικογένειά του και τη σύζυγό του, αλλά και τους άξιους συνεργάτες του που τον στήριξαν.
Παρουσίασε τη διαδρομή του μέχρι να μπει στο γευστικό κόλπο του Μεξικό με τα δύο μαγαζιά του και παραδίδει μαθήματα ζωής.

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

Πότε γεννήθηκες;

Το 1977 στο Βαΐμπλιγκεν. Οι γονείς μου ήρθαν στη Γερμανία τη δεκαετία του ’70. Η καταγωγή μου από είναι από την Αμφίπολη. Τότε, ήρθαν πολλοί από τη Μακεδονία για δουλειά εδώ. Τους έπαιρναν οι επιχειρηματίες απευθείας από το τρένο. Δεν είχαν πολλές ανέσεις. Και οι δύο γονείς μου δούλεψαν. Ο πατέρας μου ήταν ο πρώτος Έλληνας οδηγός στα λεωφορεία δημοσίου της Στουτγκάρδης. Την ημέρα που έδιναν συνέντευξη οι υποψήφιοι οδηγοί, απουσίαζε ο αρμόδιος για τις προσλήψεις. Αυτός δεν ήθελε τους Έλληνες και δεν τους προσλάμβανε. Έτσι, τον πήραν.
Έκανε την αρχή. Είδαν πόσο τυπικός ήταν στη δουλειά του και πόσο εργατικός και έπειτα άνοιξε την πόρτα για όλους τους Έλληνες. Πλέον, είναι πολλοί Έλληνες οδηγοί.

Σχολείο εκεί πήγες;

Πήγα γερμανικό και ελληνικό. Τότε, πηγαίναμε πέντε φορές την εβδομάδα από το πρωί μέχρι το βράδυ στο σχολείο. Τελειώναμε στις 5.30 το απόγευμα. Το ελληνικό ήταν δύο φορές την εβδομάδα. Ο πατέρας μας ήθελε να πάμε και στα δύο σχολεία, ώστε να επιλέξουμε μόνοι μας πού θέλουμε να συνεχίσουμε. Απλά, κατάλαβε πόσο δύσκολο και κουραστικό ήταν για ένα παιδί σε αυτή την ηλικία και είπε μόνος του «αν θέλεις σταματάς». Εγώ το σταμάτησα στο γυμνάσιο. Μου έβγαιναν πιο εύκολα τα γερμανικά από τα ελληνικά.

Πόσα χρόνια ασχολείσαι με τον τομέα της εστίασης;

Από το 2005. Πιο πριν -από το 1999- ήμουν πωλητής αυτοκινήτων και νωρίτερα μηχανικός στην Bosch. Έχουμε πολλούς Έλληνες πωλητές αυτοκινήτων, επειδή μιλάμε πολύ. (γέλασε) Μας συμπαθούν. Η Παναγιώτα Πετρίδου έχει πουλήσει τα περισσότερα αυτοκίνητα, άλλωστε. Ήμουν αρκετά επιτυχημένος σε αυτή τη δουλειά. Έπειτα από κάποια χρόνια έκανα και δική μου εταιρεία σε αυτόν τον τομέα σε συνεργασία με την Volkswagen και την Audi. Eίχα 60 αυτοκίνητα μέσα στη μάντρα, ήμουν ενσωματωμένος μέσα στην εταιρεία. Τότε, άρχισα πρώτη φορά κάτι δικό μου. Ήταν το 2002. Όταν ξεκίνησα ως πωλητής ήμουν παράλληλα και εκπαιδευόμενος στις πωλήσεις.

Ένας Έλληνας που ζει στη Γερμανία είναι λογικό να ξέρει περισσότερα πράγματα από τους Έλληνες που ζουν στην Ελλάδα. Έτσι δεν είναι;

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

Οπωσδήποτε! Είναι αλήθεια. Οι συγγενείς μου στην Ελλάδα πάντα με ρωτούσαν, επειδή με θεωρούσαν ειδικό. Μπορώ να πετύχω την τιμή ενός αυτοκινήτου, αν ξέρω χρονολογία και χιλιόμετρα. Όταν κοστολογείς κάθε χρόνο 500 αυτοκίνητα είναι λογικό. Και τα αγαπάω τα αυτοκίνητα. Είχα πάντα πολλά και καλά, μέχρι σήμερα. Ο ξάδερφός μου μού έλεγε: «Έρχονται και παίρνουν καφέ στην αντιπροσωπεία και δεν αγοράζουν αυτοκίνητα. Εσύ πρέπει να ανοίξεις μαγαζί». Αυτό μου έλεγε πάντα. Όχι ότι δεν πουλούσαμε αυτοκίνητα, αλλά με πείραζε επειδή άρεσε στους πελάτες η παρέα μου. Είχαμε ένα μεγάλο στέλεχος της Volkswagen. Αυτός μας είχε προετοιμάσει ότι θα έρθει μεγάλη κρίση στη Γερμανία, στον τομέα των αυτοκινήτων, όπως και έγινε το 2008. Μας είχε πει ή θα μεγαλώσετε την εταιρεία σας ή αλλάξτε τομέα. Επειδή, οι μικρές αντιπροσωπείες δεν θα άντεχαν την κρίση και θα έκλειναν. Έτσι, αναγκάστηκα να ψάξω μια επαγγελματική διέξοδο. Από τις γνωριμίες που είχα μου σύστησαν τον κ. Rauschenberger, έναν από τους μεγαλύτερους μαγαζάτορες εδώ. Γίναμε γρήγορα φίλοι και θέλαμε να κάνουμε μια δουλειά. Αυτός εκείνη την περίοδο άνοιξε ένα πολύ γνωστό και δυνατό μαγαζί στο κέντρο της Στουτγκάρδης. Έπρεπε να αφοσιωθεί πλήρως σε αυτό, γι’ αυτό δεν μπορέσαμε να συνεργαστούμε. Συμβούλεψε έμενα και τον ξάρδεφό μου να ανοίξουμε κάτι που να είναι ήδη έτοιμο, σαν franchise αλλά σε πιο ελεύθερο στυλ. Μας είπε ότι ήξερε δύο Έλληνες και μόλις το ακούσαμε αυτό είπαμε: «όχι ρε Έλληνες». Η εμπειρία μας δεν ήταν τόσο καλή, γι’ αυτό αντιδράσαμε έτσι. Αλλά κάναμε λάθος. Τα παιδιά είναι πάρα πολύ καλά. Είναι ο Φώτης Αναστασίου και ο Ιωάννης Σιαβίλας. Αυτοί είχαν τα δικαιώματα του Joe Penas σε όλη τη Γερμανία. Μάλιστα, μας καθησύχασε ο φίλος μας ο Γερμανός και μας είπε: «Το ίδιο είπαν και τα δύο παιδιά, όταν άκουσαν ότι είστε Έλληνες». Αντιδράσαμε με τον ίδιο τρόπο. Δεν είναι όλοι οι Έλληνες έτσι. Υπάρχουν κάποιοι λίγο πονηροί, αλλά υπάρχουν και οι άλλοι που είναι συνετοί. Από αυτούς παίρνεις το καλύτερο που μπορείς να φανταστείς. Στη Γερμανία επιβιώνει ο κορυφαίος. Η ποιότητα πάντα θα βγει μπροστά. Χρειάζεται επιμονή και υπομονή.

Και ανοίξατε το Μεξικάνικο;

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

Ανοίξαμε το Μάιο του 2006. Πριν μαθαίναμε στο μαγαζί του Φώτη και του Γιάννη. Περάσαμε από όλα τα πόστα και το κάναμε παράλληλα με την δουλειά μας. Τελειώναμε στη μία το βράδυ. Εκείνη την εποχή, το 2006, είχαμε το Παγκόσμιο Κύπελλο ποδοσφαίρου στη Γερμανία. Είχαμε ανοίξει και δεν το είχε πάρει κανείς είδηση. Τους ενδιέφερε μόνο η ομάδα, ποιος θα παίξει και ποιος όχι. Ήταν τόσο αφοσιωμένοι σε αυτό, που δεν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε ένα καινούργιο μαγαζί. Αρχίσαμε την πιο δύσκολη στιγμή. Αλλά είχαμε τύχη. Ήταν τόσο καλομαθημένα τα γύρω μαγαζιά κι έφταναν στο σημείο να μην προσέχουν τον πελάτη τους. Εμείς δουλεύουμε με το αμερικάνικο σύστημα. Παίρνουμε τον πελάτη, τον καλωσορίζουμε και τον πάμε στο τραπέζι του. Πήγαινα τα σακάκια των πελατών -μεγάλων και μικρών- στην γκαρνταρόμπα. Τότε, επιτρεπόταν και το τσιγάρο. Είχα πει στους υπαλλήλους ότι στην περίπτωση που θελήσουν να μάθουν αν έχουμε αυτόματο μηχάνημα, θα τους ρωτήσουμε τι μάρκα καπνίζουν και θα τους παίρνουμε τα τσιγάρα. Είχαν όλο το σερβίς. Δεν έπαιζε ρόλο αν είχαμε πολλή δουλειά ή λίγη. Τους εξυπηρετούσαμε. Αν δεν έχεις πελάτη πώς θα καταλάβουν ότι έχεις καλή ποιότητα; Με δυο τραπέζια δεν θα μαθευτεί. Μετά το έμαθαν από στόμα σε στόμα το μαγαζί. Έπειτα από δύο χρόνια φτάσαμε στο σημείο να διώχνουμε 100 και 200 άτομα τις Παρασκευές και τα Σάββατα. Είναι πάρα πολύ δύσκολο αυτό. Πολλοί έρχονταν από άλλα μέρη κι έλεγαν «εμείς κάναμε τόσα χιλιόμετρα για να έρθουμε σε ‘σένα». Ακόμη και στις γλάστρες κάθονταν για να φάνε. Έπρεπε να δουλέψουμε με ραντεβού. Έβλεπα ότι τα άλλα μαγαζιά το είχαν εύκολο να διώξουν πελάτη. Εγώ το πονούσα. Η πρώτη απάντηση που δίνουν στην ερώτηση «έχετε τραπέζι;» είναι το «όχι». Εγώ έχω πει σε όλους, ποτέ δεν ξεκινάμε λέγοντας «όχι», αλλά με ένα «συγγνώμη» στον πελάτη. Εδώ κέρδισε το στοιχείο του φιλόξενου Έλληνα.

Πίσω από την κουζίνα με γερμανική νοοτροπία και μπροστά από την κουζίνα με ελληνική;

Ακριβώς. Η οργάνωση είναι το γερμανικό στοιχείο. Η καθαριότητα, η τάξη, το να είναι όλα προγραμματισμένα και όπως πρέπει. Ευχαριστούμε τη Γερμανία που μας έδωσε αυτά τα στοιχεία. Τη σεβόμαστε και την αγαπάμε γι’ αυτό. Εγώ ήμουν το ελληνικό στοιχείο στο σέρβις, το οποίο βασίζεται στο αμερικανικό πρότυπο. Έφτιαξα στην αρχή ένα μαγαζί, το πρώτο Joe Penas στη Στουτγκάρδη. Ένα είναι και ένα θα μείνει. Και το δεύτερο είναι στο Ludwigsburg σε ένα προάστιο της Στουτγκάρδης. Κάναμε και λάθη. Ανοίξαμε ένα καφέ στο Φράιμπουργκ. Εκείνο έκλεισε λόγω απόστασης. Δεν είναι εύκολο να το δουλέψεις έτσι. Το 2014, ανοίξαμε ένα μπεργκεράδικο. Δυστυχώς, εκείνη τη χρονιά αρρώστησα. Το ξεκινήσαμε Φεβρουάριο πολύ δυναμικά και το καλοκαίρι μου προέκυψε η μυοκαρδίτιδα. Είχα μια αδυναμία στο ανοσοποιητικό. Δύο χρόνια με έβγαλε εκτός και μου άφησε αρρυθμίες που τις έχω μέχρι σήμερα. Τώρα, είμαι έξω από τα μαγαζιά. Ασχολούμαι με θέματα οργάνωσης, προσωπικού, φοροτεχνικά. Πριν δούλευα κανονικά, κάθε βράδυ. Έκανα τα πάντα. Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που προέκυψε το θέμα της υγείας. Πριν από την αρρώστια -κάθε μέρα- αντιμετώπιζα εκατό προβλήματα, μετά είχα μόνο ένα την υγεία μου. Ήταν πιο μεγάλο από όλα τα άλλα που εκείνη τη στιγμή μοιάζουν με μικροπράγματα. Τότε, καταλαβαίνεις τι αξία έχει η ζωή και τι αξία έχει η οικογένεια. Μπορώ να πω στα δύο χρόνια που ήμουν άρρωστος είχα την τύχη να έχω πολύ δυνατούς συνεταίρους που κράτησαν το μαγαζί και παράλληλα μια γυναίκα που κράτησε την οικογένεια. Εγώ δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι και η γυναίκα μου έδειξε υπερδύναμη. Στη Στουτγκάρδη συνέταιροι είναι ο Ούλι Φρανκενχάουζερ με τον Σβεν Μπιντλινγκμάιερ και στο άλλο μαγαζί στο Λούντβιγκσμπουργκ πάλι ο Ούλι μαζί με τον Ραφαέλε Κιπριάνι. Είχα και έχω 100% εμπιστοσύνη στα παιδιά.

Ήξερες ότι θα τα καταφέρεις ή όχι; Φοβήθηκες;

Στην αρχή με έριξε. Με έφερε στα άκρα των αντοχών μου. Εκεί κατάλαβα ότι κάθε αρχή έχει και ένα τέλος. Όσο είμαστε υγιείς και δυνατοί, δεν φοβόμαστε κανένα. Καμιά φορά αναρωτιόμουν για ποιο λόγο έτυχε σε ‘μένα… Απλά αν με ρωτούσες, αν έχω να προτείνω κάποιον άλλο, δεν είχα. Έπρεπε να αποδεχθώ ότι έτυχε σε ‘μένα και πρέπει να το παλέψω. Όπως και έκανα. Πλέον, σέβομαι την αρρώστια, αλλά δεν τη φοβάμαι. Έμαθα να ζω με αυτό όσο πιο καλά γίνεται. Όταν έχεις ένα τέτοιο θέμα είσαι προετοιμασμένος ότι μετά την καλή στιγμή έρχεται και η δύσκολη. Δεν είμαστε πάντα από πάνω, αλλά πρέπει να προσπαθήσουμε να ξαναβγούμε πάνω. Σε μια δύσκολη αρρώστια το βράδυ είσαι εσύ και ο παλμογράφος που κάνει μπιπ…μπιπ… Όσοι και να είναι δίπλα σου μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Βέβαια, όσοι έρχονται να σε δουν σου δίνουν ενέργεια.
Δόξα τω Θεό και με τη βοήθεια του Θεού τα καταφέραμε. Ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή μας είναι η αγάπη και η πίστη στον Θεό. Βοηθάει πέρα από την προσφορά της ιατρικής. Πιστεύω με το δικό μου τρόπο. Αλλά με πολλή αγάπη και πίστη στον Θεό. Τον αισθάνομαι παντού. Και αυτό που έζησα με έφερε ακόμη πιο κοντά.

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

Προσευχήθηκες εκείνες τις ημέρες;

Από τότε προσεύχομαι μια ζωή.

Με τον κορωνοϊό είχατε περιορισμούς;

Έχουμε προσωπικό 60 άτομα. Είναι μεγάλα μαγαζιά. Δουλεύουμε με αποστάσεις και με περιορισμούς. Για ένα μεγάλο διάστημα δεν δουλέψαμε καθόλου. Ήταν ένα διάστημα με έξοδα και χωρίς έσοδα.

Πόσα πιάτα έχει το μενού σας;

Γύρω στα 30 με 40 πιάτα. Έχουμε κλασικά μεξικανικά. Είμαστε και πολύ φημισμένοι για τις μπριζόλες μας. Τα κλασικά αμερικανικά, τα μεγάλα. Κάναμε μεγάλη μελέτη και έρευνα γι’ αυτό το πιάτο. Μόνο από την Αργεντινή παίρνουμε το κρέας, από μία συγκεκριμένη οικογένεια. Η δουλειά που υπάρχει πίσω από ένα πιάτο είναι απίστευτη. Μαγειρεύουμε όλα τα ντρέσινγκ μόνοι μας σε καζάνια μια ολόκληρη μέρα. Φρεσκότατη και καλύτερης ποιότητας. Είναι πλούσια η μεξικάνικη κουζίνα και η κουλτούρα του Μεξικό. Δεν το περίμενα πριν ασχοληθώ. Είχαμε και επαφή με τη μεξικανική κοινότητα και μάθαμε πολλά από αυτούς. Δουλεύουμε με μεγάλη τυπικότητα τις συνταγές και είχαμε πολλά καλά σχόλια από τους Μεξικανούς.

Οι πελάτες είναι περισσότεροι Έλληνες ή Γερμανοί;

Περισσότεροι Γερμανοί. Έρχονται είτε για το μεξακάνικο είτε για τις μπριζόλες. Βέβαια, μην ξεχνάμε ότι έχουμε και το μπαρ. Έρχονται πολλοί και για το ποτό. Έχουμε πάνω από 100 κοκτέιλ και μεγάλη φήμη γι’ αυτά. Θεωρούν ότι είμαστε από τους πιο δυνατούς στα κοκτέιλ στην Στουτγάρδη. Ο κόσμος σε μας έρχεται έως τις 9 το βράδυ για φαγητό και μετά τις 9 για ποτό. Μεσοβδόμαδα δουλεύει κυρίως το φαγητό.

Τα μαγαζιά είναι μεγάλα;

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

Και τα δύο. Έχουμε περίπου 180 θέσεις μέσα και περίπου 100 έξω στη Στουτγκάρδη και στο Λούντβιγκσμπουργκ 170 μέσα και 280 έξω. Όταν γεμίσει το μαγαζί στο Λούντβιγκσμπουργκ τρέχεις και δεν προλαβαίνεις. Στο προσωπικό αλλάζουμε τα ονόματα. Τα κάνουμε ελληνικά. Τον Μερτ τον φωνάζουμε Μερτάκη. Τους μαθαίνουμε ελληνικά. Όταν αρχίζουμε να μιλάμε ελληνικά δεν θέλουν να ακούν τίποτε άλλο. Στην αρχή τους άρεσε, αλλά μάλλον κάνω υπερβολές (γέλασε).

Από τον Πόντο κατάγεσαι;

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

Ναι. Έπαιζα και 13 χρόνια λύρα σε συλλόγους. Πριν κάνω τις επιχειρήσεις και τα μαγαζιά είχα πολύ στενή επαφή με το ποντιακό στοιχείο και την παράδοση. Είναι πολύ σημαντικό αυτό, ειδικά για τους Έλληνες τους εξωτερικού. Αυτά τα στοιχεία κρατάνε ενωμένους τους Έλληνες. Μας δένει η παράδοση, επειδή μας λείπει η πατρίδα.

Λείπει και σ’ εσάς που έχετε γεννηθεί στο εξωτερικό;

Ναι, πάρα πολύ. Εμείς το νιώθουμε, όταν πάμε στην Ελλάδα. Αισθανόμαστε ότι φτάσαμε στη έδρα μας. Στη βάση μας, στο σπίτι. Όχι ότι δεν νιώθουμε πολύ καλά στη Γερμανία. Μας έδωσε πάρα πολλά. Την αγαπάω και τη σέβομαι. Αισθάνομαι Γερμανός σε πολλά. Το μυαλό είναι γερμανικό, αλλά η ψυχή ελληνική. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα. Ήρθε κάποια στιγμή ένας μεγάλος σε ηλικία άνθρωπος, πάνω από 80. Μύριζαν τα ρούχα του. Ήταν απεριποίητος πολύ. Με ρώτησαν οι υπάλληλοι «να τον διώξουμε;», για να μην κάνουν παράπονα οι πελάτες. Είπα «όχι». Για ποιο λόγο να τον διώξω; Ένας από το προσωπικό μου είπε «θα παραγγείλει, θα τον ταΐσεις και δεν θα σε πληρώσει». Απάντησα δεν πειράζει. Έφαγε πρώτο, δεύτερο πιάτο. Πήρε ποτό και καφέ, τον οποίο έπινε με σαντιγί. Εμείς δεν το φτιάχνουμε έτσι. Του έκανα και τη σαντιγί. Σκέφτηκα να προσφέρω μια καλή μέρα σε αυτόν τον άνθρωπο. Στο τέλος πήγε η κοπέλα να πληρωθεί και της είπα «αν σου πει ότι δεν έχει, δεν πειράζει». Της έδωσε 100 ευρώ, ενώ ο λογαριασμός δεν ήταν ούτε 35. Το μόνο πρόβλημα που δεν είχε αυτός ο άνθρωπος ήταν οικονομικό και αυτό ήταν εμπειρία ζωής. Έπειτα με ευχαρίστησε. Ο άνθρωπος κάπου θα συνάντησε κλειστές πόρτες.

Τι ομάδα είσαι;

Είμαι από τη Θεσσαλονίκη. Μόνο ΠΑΟΚ, αλλά μικρός ήμουν ΑΕΚ. Και στην Τούμπα έχω πάει. Είναι εμπειρία η Τούμπα. Στη Γερμανία είμαι Στουτγκάρδη. Είναι η μέρα με τη νύχτα. Και το γήπεδο της Στουτγάρδης είναι πάρα πολύ ωραίο, αλλά η Τούμπα είναι θρησκεία. Αν πας στην Τούμπα σου μένει αξέχαστη.

Η γαστρονομία στη Στουτγκάρδη και στη Γερμανία είναι σε ελληνικό χέρι. Τι βλέπεις για το μέλλον;

Να πούμε αρχικά για τον κορωνοϊό. Αυτό είναι το μεγάλο μας πρόβλημα, τώρα. Κάποιοι το πιστεύουν κάποιοι όχι. Εμείς παίρνουμε τα μέτρα που απαιτούνται για όλους. Μεγαλώσαμε σε αυτό το χώρο με πολλούς Έλληνες επιχειρηματίες. Έχουμε πολύ καλές φιλικές σχέσεις. Δεν κοιτάζουμε να φάει ο ένας το ψωμί του άλλου, αλλά στεκόμαστε ο ένας στον άλλο.

FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

TEXT: ΜΑΡΙΑ ΚΑΟΥΚΗ, FOTO: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΡΑΔΗΣ

___________________________________________________________

Ioakim Kochliaridis: Der Mexi-Grieche

Mit Qualität und Leidenschaft gewinnt der Gastronom Ioakim Kochliaridis seit Jahren die Herzen seiner anspruchsvollen Gäste. Hört man seinen Namen, denkt man logischerweise gleich an ein griechisches Restaurant. Statt Griechenland hat sich Ioakim bewusst für ein mexikanisches Restaurant entschieden. Eine gute Wahl. Vierzehn Jahre später steht das Joe Penas in Stuttgart und Ludwigsburg auf dem Höhepunkt. Nicht nur wegen seiner überragenden Küche.

Aber im Laufe seines Lebens gelang es Ioakim etwas viel Wichtigeres, wie lediglich die Herzen seiner Gäste zu gewinnen. Er hat den Weg zu sich und seinem eigenen Herzen gefunden. Nach ernsthaften gesundheitlichen Problemen, waren es die Familie, die Freunde und seine Frau, aber auch seine tollen Mitarbeiter, die ihn während dieser schwierigen Zeit unterstützt haben.
Wie kam er dazu eines der ersten mexikanischen Restaurants zu eröffnen? Was hat er davor gemacht? Wie geht es ihm heute? Diese und weitere Fragen beantwortet uns der Grieche, der mit den Jahren ein Mexikaner geworden ist.

Wann bist du geboren?

1977 in Waiblingen. Meine Eltern kamen in den 70er Jahren nach Deutschland. Meine Wurzeln sind aus Amphipolis, nähe Kavala. Zu dieser Zeit kamen viele aus Makedonien nach Deutschland, um hier zu arbeiten. Das Anwerbeabkommen zwischen Griechenland und Deutschland machte es möglich. Beide meiner Eltern sind für ein paar Jahre, wegen der Arbeit nach Deutschland gekommen. Mein Vater war der erste griechische Busfahrer bei der “SSB”, der Stuttgarter Straßenbahnen AG. An dem Tag, wo die Bewerber zum Bewerbungsgespräch eingeladen waren, fehlte zum Glück der Personalchef. Er stellte grundsätzlich keine Griechen ein, aus irgendeinem Grund. Aber mein Vater hat ihn und alle anderen nicht enttäuscht. Sie sahen, wie diszipliniert und fleißig er in seiner Arbeit war, somit öffnete er die Tür für viele Griechen, die bis heute vielzählig diesen Job ausüben.

Wo bist du in die Schule gegangen?

Ich ging in die deutsche und in die griechische Schule. Der Griechischunterricht war zweimal pro Woche, nachmittags, an den Tagen wo wir keine Nachmittagsschule im Deutschunterricht hatten. Somit hatte ich täglich von morgens bis nachmittags um 17.30 Schule. Unser Vater wollte, dass wir beide Sprachen lernen und sprechen, damit wir selbst entscheiden können, wo wir später leben möchten. Nach der griechischen Grundschule (6 Jahre) und dem Gymnasium, habe ich jedoch nur noch die deutsche Schule besucht. Die deutsche Sprache war für mich einfacher.

Wie viele Jahre bist du in der Gastronomie tätig?

Seit 2005. Vorher, seit 1999, war ich Autoverkäufer und noch früher als Industriemechaniker bei Bosch tätig. Wir haben hier viele griechische Autoverkäufer, weil wir eben viel und gerne reden (lacht). Die Kunden mögen uns. Immerhin hat Panagiota Petridou als Frau die meisten Autos verkauft. Ich war in diesem Job ziemlich erfolgreich. Nach meiner Ausbildung bei Audi und einige Jahreals festangestellter Verkäufer, habe ich in Zusammenarbeit mit Volkswagen und Audi eine eigene Firma im Autohandel gegründet. Ich hatte 60 Autos auf dem Hof und wurde in das Autohaus integriert. Somit begann ich mit meinem Cousin zum ersten Mal etwas Eigenes aufzubauen. Wissen die in Deutschland lebenden Griechen mehr, wie die in

Griechenland lebenden Griechen? Ist das richtig?

Bestimmt! Meine Verwandten in Griechenland haben mich immer nach meiner Meinung gefragt, weil sie mich als Autospezialisten betrachteten. Das Baujahr und der Kilometerstand reichte mir, um den genauen Preis eines Autos zu ermitteln. Wenn man jedes Jahr 500 Autos verkauft, ist das normal. Ich liebe Autos. Bis heute ist das Automobil mein Hobby. Mein Cousin sagte zu mir immer: „Sie kommen zu dir um ein Kaffee zu trinken und gehen mit einem Auto nach Hause!“ Wir hatten einen großartigen Vorgesetzten. Er hatte uns vorbereitet, dass Deutschland von einer großen Automobilkrise betroffen sein wird, wie es im Jahr 2008 auch passierte. Also musste ich nach einem Ausweg suchen. Von einem Bekannten habe ich Herrn Rauschenberger kennengelernt, der bis heute eine Größe in der Gastronomie ist. Wir wurden schnell Freunde und planten gemeinsam was aufzuziehen. Zu dieser Zeit eröffnete er ein bekanntes Restaurant im Zentrum von Stuttgart, welches seine gesamte Zeit in Anspruch nahm. Somit riet er meinem Cousin und mir, selber ein Restaurant zu eröffnen. Idealerweise eines im Franchise, welches jedoch ein wenig Spielraum in der Konzeptgestaltung zulässt. Er erzählte uns von zwei Griechen welche die Rechte an Joe Penas in ganz Deutschland hatten. Naja, mit Griechen wollten wir nicht wirklich ins Geschäft kommen, allerdings haben sich die Jungs als absolute Profis herausgestellt. Nicht alle Griechen sind so. Es gibt einige, die sehr hinterhältig sind, das war damals die Erfahrung die wir gemacht hatten. Natürlich gibt es aber auch die anderen, die korrekt sind. In Deutschland überlebt die Qualität und die Ehrlichkeit. Dieses Eigenschaften-Duo wird immer an erster Stelle stehen. Dann kommt die Ausdauer und die Geduld.

Danach hast du Joe Penas “in Stuttgart neu gegründet”?

Wir haben im Mai 2006 eröffnet. Davor wurden wir von Fotis und Giannis in Ihrem Betrieb in Esslingen eingelernt. Wir haben alle Posten durchlaufen und dies parallel zu unserer normalen Arbeit. Täglich waren wir erst um ein Uhr morgens daheim. Zu dieser Zeit, im Jahr 2006, hatten wir zudem noch die Fußball-Weltmeisterschaft in Deutschland. Da hat es keinen interessiert, dass es einen neuen Mexikaner in Stuttgart gibt. Die Menschen waren nur an Fußball interessiert. Wir haben in der schwierigsten Zeit eröffnet. Aber wir hatten Glück. Die umliegenden Restaurants waren gut, allerdings hat durch die Routine der Kundenservice und die Qualität nachgelassen. Wir arbeiteten nach einem amerikanischen Gastro-System. Wir empfingen den Kunden am Eingang, begrüßten ihn und brachten ihn zu seinem Tisch. Wir nahmen die Jacken der Kunden – groß und klein – und brachten sie in den Kleiderschrank. Zu dieser Zeit war das Rauchen im Lokal noch erlaubt. Sogar Zigaretten haben wir ihnen an den Platz gebracht. Von A bis Z bekamen sie den ganzen Service von uns. Es war egal, ob wir viel oder wenig Arbeit hatten. Das war unser Ass im Ärmel gegenüber den anderen. Dieser Service sprach sich herum. Nach zwei Jahren waren wir dann so weit, Freitags und Samstags teilweise 200 Personen wegschicken zu müssen. Das war Frankenhauser und Sven Bidlingmeier und in Ludwigsburg kümmert sich Uli Frankenhauser und Rafaele Cipriani um den Betrieb. Ich habe 100 prozentiges Vertrauen in meine Partner.

Hattest du Angst? Hast du an deine Rückkehr ins normale Leben gezweifelt?

Anfänglich hatte ich die Hoffnung verloren. Der Zustand brachte mich an die Grenzen meiner Ausdauer. Dort wurde mir klar, dass jeder Anfang auch ein Ende hat. Solange wir gesund und stark sind, haben wir vor niemandem Angst. Manchmal habe ich mich gefragt, warum es mir passiert ist… Ich musste akzeptieren, dass es so gekommen ist. Du weißt erst wie stark du bist, wenn deine letzte Option Kämpfen ist. Und das tat ich auch. Ich habe gelernt die Krankheit zu respektieren, aber ich habe keine Angst vor ihr. Ich habe gelernt, so gut ich kann damit zu leben. Mit solch einem Problem bin ich jederzeit auf alles vorbereitet. Das Leben läuft halt mal nicht immer spitze, aber wir müssen versuchen, immer wieder an die Spitze zu kommen. Wer auch immer dich im Krankenhaus besuchen kommt, egal wer neben dir liegt und wieviel Ärzte dich betreuen, am Ende des Tages kannst nur du dir selber helfen.
Mit der Hilfe Gottes haben ich es geschafft. Eines der wichtigsten Dinge in unserem Leben ist die Liebe und der Glaube an Gott. Er hilft da wo die Medikamente den Geist aufgeben. Ich fühle ihn überall. Und was ich erlebt habe, hat mich ihm noch näher gebracht.

Hast du damals gebetet?

Seitdem bete ich jeden Tag.

Wie läuft es aktuell mit dem Coronavirus?

Wir haben 60 Mitarbeiter. Unsere Restaurants sind groß. Wir arbeiten mit den nötigen Abständen und Einschränkungen. Lange haben wir überhaupt nicht gearbeitet. Es war eine Zeit ohne Einnahmen aber mit vielen Ausgaben.

Wie viele Gerichte hat die Speisekarte?

Rund 30 bis 40 Gerichte. Von klassischen mexikanischen Gerichten, bis hin zu unserem sehr berühmten Steaks. Wir haben viel Experimentierfreude in unser Steak investiert. Das Fleisch bekommen wir aus Argentinien, von einer bestimmten (Ranch) Familie. Die Arbeit hinter jedem Gericht ist unglaublich. Wir bereiten alle Soßen täglich in großen Kesseln selber vor. Frisch und von bester Qualität. Die mexikanische Küche und die mexikanische Kultur ist extrem vielfältig. Anfänglich hatte ich das nicht erwartet. Wir hatten auch vor allem in der Anfangszeit sehr viel Kontakt zur mexikanischen Gemeinde und haben auch sehr viel von ihnen gelernt. Unser Ziel war es auch die Mexikaner zufrieden zu stellen. Denn nur so würden wir die nötige Authentizität erreichen.

Sind die Kunden eher griechisch oder deutsch?

Mehr deutsch. Sie lieben unsere mexikanische Küche aber ich glaube noch mehr unsere Steaks. Wir haben ja auch eine große Bar im Restaurant. Viele kommen auch nur auch auf einen Drink. Mit über 100 Cocktails im Sortiment, gelten wir für viele als einer der besten Cocktailbars in Stuttgart. Die Leute kommen bis 21 Uhr zum Essen und danach auf einen Drink.

Sind die Restaurants groß?

Ja, beide. In Stuttgart haben wir ca. 180 Sitzplätze innen und ca. 100 außen. In Ludwigsburg 170 innen und 280 außen. Bei uns geht es immer sehr spaßig zu. Wir ändern oft den Namen unser Mitarbeiter ins griechische. Zum Beispiel

heißt unser Mitarbeiter „Mert“ bei uns „Mertakis“. Wir bringen ihnen sogar Griechisch bei. Anfangs hat es allen gefallen, mittlerweile nerve ich eher jeden damit (lacht).

Bist du Pontos-Grieche?

Ja. Dreizehn Jahre lang habe ich sogar pontische Lyra gespielt. Bevor ich selbständig tätig wurde, hatte ich sehr engen Kontakt mit der pontischen Tradition. Tradition ist für uns Griechen in der Diaspora sehr wichtig. Sie hält uns vereint. Wir sind eng mit der Tradition verbunden, weil wir unsere Heimat vermissen.

Vermissen die meisten Griechen in Deutschland ihre Wurzeln in Griechenland?

Ja, sehr. Wir alle spüren diese Verbundenheit, wenn wir nach Griechenland gehen. Wir haben das Gefühl, bei unserer Basis angekommen zu sein, bei unserem zu Hause. Das bedeutet nicht, dass wir uns in Deutschland nicht wohl fühlen. Ich liebe und respektiere meine deutsche Heimat. Ich fühle mich in vielerlei Hinsicht deutsch. Der Geist ist deutsch, aber die Seele und die Gastfreundschaft ist griechisch. Hierzu habe ich eine nette Geschichte aus der Vergangenheit. Irgendwann kam ein älterer Mann ins Restaurant, er war über 80 Jahre alt. Seine Kleidung roch sehr unangenehm. Die Mitarbeiter fragten mich: „Sollen wir ihn rausschmeißen, bevor sich die anderen Kunden beschweren?“. Ich habe das nicht zugelassen. Wir haben ihn wie alle anderen höflich und mit dem nötigen Respekt bedient. Er gab der Bedienung 100 Euro, obwohl die Rechnung nicht einmal 35 Euro hoch war. “Das einzige Problem, was ich nicht habe, ist das finanzielle” sagte er, bedankte sich und ging glücklich nach Hause.

TEXT: MARIA KAOUKI, FOTO: NIKOLAOS RADIS